Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Μηνιαίο Περιοδικό για τον Κινηματογράφο

ρηνιω δραγασακη cosmic candy

Ρηνιώ Δραγασάκη

Συνέντευξη
Εύα Στεφανή

Η Εύα Στεφανή συζητάει με τη Ρηνιώ Δραγασάκη για ακατάτακτες ταινίες και καραμέλες Cosmic Candy.

 

Εύα Στεφανή: Ένα στοιχείο που μου άρεσε πολύ στην ταινία και δεν βλέπουμε συχνά στον ελληνικό κινηματογράφο είναι ότι δεν είναι καθόλου σοβαροφανής. Έχει τη χάρη της ελαφρότητας χωρίς να είναι ρηχή. Δεν μας κουνάει το δάχτυλο και δεν επιδίδεται σε ασκήσεις δεξιοτεχνίας. Πώς τα κατάφερες;

Ρηνιώ Δραγασάκη: Η αλήθεια είναι ότι έχω μια αποστροφή προς οποιαδήποτε μορφή σοβαροφάνειας και γι’ αυτό πολλές φορές φτάνω στο άλλο άκρο... στον παλιμπαιδισμό (γέλια). Πέρα από την πλάκα, χαίρομαι που το παρατήρησες αυτό βλέποντας την ταινία, γιατί αυτή είναι η προσωπική μου ματιά, όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στη ζωή γενικότερα. Μερικές φορές μπορεί να μοιάζει με αφέλεια, αλλά είναι μια συνειδητή επιλογή. Με αυτόν τον τρόπο είδα και προσπάθησα να αποδώσω την ιστορία της Άννας, μιας γυναίκας αδύναμης, που, όταν βρίσκει το θάρρος να παραδεχτεί την αδυναμία της, γίνεται πιο δυνατή απ’ όλους.

ΕΣ: Ένιωσα αμέσως μεγάλη οικειότητα με την Άννα, την κεντρική ηρωίδα στο «Cosmic Candy». Και όχι μόνο επειδή κι εγώ μικρή μασούσα πέντε-πέντε τις τσιχλόφουσκες babol. Η εγγύτητα που νιώθω για την Άννα είναι πιο βαθιά κι έχει να κάνει με την ευαλωτότητά της. Μια γυναίκα που συνεχώς κρύβεται, κάνει γκάφες, καταφεύγει ακόμα και σε μικρότητες, ενώ η βασική της επιθυμία είναι να εξαφανιστεί. Όλα αυτά επειδή δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον πραγματικό κόσμο. Στην ταινία καταλαβαίνουμε ότι πίσω από αυτό το facade βρίσκεται μια δύναμη και μια γενναιοδωρία που αποκαλύπτεται μέσα από την επαφή της με ένα δεκάχρονο κορίτσι, την Πέρσα, που είναι το alter ego της. Ένα κορίτσι με ανάλογο τραύμα, αλλά με τόλμη για τη ζωή. Αλλά αυτό δεν είναι ερώτηση. Είναι ολόκληρη τοποθέτηση! Τι λες εσύ για όλα αυτά;

ΡΔ: Πέρασα πάρα πολύ χρόνο με αυτόν τον χαρακτήρα στο μυαλό μου, έγινε φίλη και εχθρός την ίδια στιγμή. Ήθελα να είναι ένας χαρακτήρας που σου προκαλεί αμηχανία, ακόμη κι η ίδια άλλωστε νιώθει αμηχανία με τον εαυτό της. Μπορεί να κάνει απαίσια πράγματα, αλλά νιώθεις πως υποφέρει κι η ίδια και λυπάται. Ήθελα όμως να είναι και ερωτεύσιμη, να δείχνει άσχημη, αλλά στην πορεία να γίνεται όμορφη. Όλα αυτά τα πήρε η Μαρία Κίτσου, τα πίστεψε και με κάποιον μαγικό τρόπο τα ενσωμάτωσε στην ερμηνεία της.

ΕΣ: Ποια ήταν η εμπειρία της παγκόσμιας πρεμιέρας του «Cosmic Candy» στο ιδιοσυγκρασιακό Fantastic Fest στο Όστιν του Τέξας; 

ΡΔ:To Fantastic Fest του Όστιν είναι ένα φεστιβάλ που έχει φτιαχτεί από ανθρώπους που έχουν βαθιά και εμμονική αγάπη για τις ταινίες είδους, αλλά και για οτιδήποτε ακατάτακτο. Αν και το φεστιβάλ πλέον έχει μεγαλώσει, έχει καταφέρει να διατηρήσει την αρχική του αίσθηση: ότι ένα τσούρμο ανθρώπων -δημιουργοί, θεατές, δημοσιογράφοι, διανομείς- συναντιούνται με πρώτο και κύριο σκοπό να τα περάσουν καλά και να δουν όσες πιο πολλές ταινίες μπορούν. Για μένα αυτός ο τρόπος δουλειάς είναι και ο καλύτερος.

ΕΣ: Παρατήρησα στο «Cosmic Candy», αλλά και στις δύο μικρού μήκους σου, ότι ένα θέμα που επανέρχεται είναι η επιφανειακή αθωότητα της παιδικής ηλικίας, όπου, όμως, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος της απώλειας και της βίας. Αλλά και το ανάποδο. Οι ενήλικοι, που έχουν χάσει την πρωτογενή αθωότητα και την ελπίδα τους για τη ζωή, μπορεί κάποια στιγμή να την ξαναβρούν. Όπως η Άννα σου στο «Cosmic Candy», που ενώ δεν έχει εμπιστοσύνη σε τίποτα και σε κανέναν, στο τέλος παραδίδεται στην αγάπη. Είναι πράγματι ένα θέμα που σε απασχολεί; 

ΡΔ: Διατηρώ έναν ανοιχτό δίαυλο με τις αναμνήσεις μου και την παιδική μου ηλικία, προσπαθώ να καταλάβω τι συνέβη τότε -σε αυτήν την «τρυφερή ηλικία», που λέμε- και με διαμόρφωσε, έτσι ώστε να είμαι αυτός ο άνθρωπος που είμαι τώρα. Είναι ένα είδος αυτοψυχανάλυσης και υπαρξιακής αναζήτησης. Παρ’ όλα αυτά, νιώθω ότι είμαι σε μια φάση, καλλιτεχνικά, που μπορώ να προχωρήσω, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα επιστρέψω ξανά εκεί στο μέλλον. Σε αντίθεση με πολλούς, πιστεύω ότι οι άνθρωποι μπορούν να αλλάξουν, έχω δει ανθρώπους να αλλάζουν και, όταν αυτό συμβαίνει, είναι μοναδικό. 

ΕΣ: Η Άννα, η κεντρική ηρωίδα στο «Cosmic Candy», είναι ένα απίστευτα γοητευτικό πλάσμα. Δεν νομίζω ότι έχω δει κάτι ανάλογο στον ελληνικό κινηματογράφο. Ένα κράμα αγαρμποσύνης και θηλυκότητας, φοβίας και γενναιοδωρίας, ευφυΐας και σαχλότητας. Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής της ηρωίδας και τι συναντάς στον δικό της ψυχισμό που σου μοιάζει; 

ΡΔ: Η Κατερίνα Κακλαμάνη, από την οποία γεννήθηκε αυτός ο χαρακτήρας, είχε μια εικόνα πολύ έντονα στο μυαλό της. Μία γυναίκα ξυπνά από πολύ βαθύ ύπνο, γιατί κάποιος της χτυπάει το κουδούνι μέσα στη νύχτα, πλησιάζει παραπατώντας την πόρτα και όταν κοιτάζει από το ματάκι, αντικρίζει ένα δεκάχρονο κορίτσι. Αυτή η σκηνή περιέχει όλη την ουσία της ταινίας, που είναι η αφύπνιση της Άννας.
Αν και η ταινία δεν εστιάζει τόσο πολύ σε αυτό, η Άννα είναι ένας άνθρωπος που νοσεί ψυχικά και κατά τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου έκανα πολλή έρευνα γύρω από αυτό το θέμα. Οι ψυχικές ασθένειες είναι το πρόβλημα κάτω από το χαλάκι. Ζούμε σε μια εποχή που όλο και περισσότεροι άνθρωποι υποφέρουν από κατάθλιψη, ψυχαναγκασμούς και κρίσεις πανικού, αλλά κανείς δεν μιλάει γι’ αυτό, οι μάλλον ελάχιστοι, για να είμαι πιο δίκαιη. Με ενδιέφερε με τον χαρακτήρα της Άννας να εξερευνήσω όλα αυτά τα συναισθήματα για τα οποία δεν μιλάμε συχνά, την ντροπή, την αποστροφή, την άρνηση, αλλά και τα συναισθήματα που αναπτύσσονται σε μια κοριτσίστικη φιλία, τη ζεστασιά, τη χασομεριά και το σπαστικό γέλιο, που μπορεί να συνοδεύσουν ένα πιτζάμα πάρτι. Συναισθήματα που κι εγώ έχω νιώσει σε διάφορες φάσεις της ζωής μου. Δεν μπορώ να πω ότι ταυτίζομαι με την ηρωίδα, ταυτίζομαι όμως με αυτά τα συναισθήματα. 

ΕΣ: Πώς προέκυψε το σενάριο της ταινίας και πώς συνεργαστήκατε με τη σεναριογράφο Κατερίνα Κακλαμάνη; 

ΡΔ: Όπως είπα παραπάνω, η Κατερίνα ξεκίνησε με αυτήν την εικόνα και έγραψε μια πρώτη γραφή της ιστορίας. Γύρω στον έναν χρόνο συζητούσαμε και ουσιαστικά γνωρίζαμε η μια την άλλη. Μιλάγαμε για τους χαρακτήρες, για την ιστορία, για ταινίες που μας αρέσουν και μετά γράφαμε, γράφαμε, γράφαμε. Αυτή η διαδικασία είχε πολλές συναισθηματικές διακυμάνσεις και, για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η συγγραφή σεναρίου είναι κάτι τόσο χρονοβόρο και δύσκολο, αλλά και τόσο γοητευτικό.

ΕΣ: Το μεταφυσικό στοιχείο στις ταινίες σου, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ έντονο. Μπορεί αυτό να εμφανίζεται μέσα από ένα μείγμα ρεαλισμού και ποπ αισθητικής ή μια επιλογή εξπρεσιονιστικής γραφής, όπως στο «Προαύλιο». Πάντως, νομίζω ότι σε απασχολεί το «πέραν» και μας το δείχνεις. Πώς αντιμετωπίζεις τον θάνατο; Ή, μάλλον, τι κάνεις για να τον αντιμετωπίσεις; 

ΡΔ: Ομολογώ ότι δεν το είχα σκεφτεί ποτέ ότι «το πέραν» είναι έντονο στοιχείο στις ταινίες μου, νομίζω ότι είσαι η πρώτη που μου το λες, αλλά η αλήθεια είναι ότι έχεις πέσει διάνα. Στην προετοιμασία αυτής της ταινίας έχασα δύο αγαπημένους μου ανθρώπους. Ο ένας ήταν στο τέλος της ζωής του και ο άλλος στην αρχή. Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε έγινε, αλλά υπήρξε μια στιγμή στη συγγραφή του σεναρίου που μπήκε το στοιχείο της απώλειας, ενώ στην αρχική ιδέα δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Αυτό σιγά-σιγά χτίστηκε και έφτασε τελικά να κατέχει ένα πολύ σημαντικό χώρο στην ταινία. Και πριν από αυτό, όμως, πάντα με απασχολούσε η έννοια του θανάτου, από πολύ μικρή ηλικία, και αυτό ακόμα και τώρα με κάνει να βλέπω τα πράγματα πιο ολικά και ίσως πιο μάταια κάποιες φορές. Ας πούμε, μου φαίνεται πολύ χαζό να κρατάς μούτρα σε κάποιον, οι εγωισμοί μου φαίνονται μάταιοι και άλλα πολλά.

ΕΣ: Είναι το «Cosmic Candy» μια κοριτσίστικη ταινία; Είναι μια πολιτική ταινία; Είναι μια διαστημική ταινία; Είναι μια αστεία ταινία; Είναι μια υπαρξιακή ταινία; Είναι μια ουμανιστική ταινία; Εγώ νομίζω ότι το «Cosmic Candy» είναι όλα αυτά μαζί και είναι -ευτυχώς- μια ταινία ακατάτακτη. Πώς αποφάσισες σε μια περίοδο συντήρησης στην τέχνη, όπου όλα πρέπει να ονοματίζονται και να κατατάσσονται σε είδη, να κάνεις ένα έργο που δεν μπαίνει σε τέτοια καλούπια;

ΡΔ: Ναι, όντως, το «Cosmic Candy» είναι όλα αυτά μαζί, δεν ήταν όμως θέμα απόφασης. Ήταν πηγαία ανάγκη, ήταν ορμή, ήταν μια αίσθηση που ήθελα διακαώς να αποτυπωθεί στο σελιλόιντ (όπως θα λέγαμε παλιότερα). Ομολογώ πως δεν είχα ιδέα ότι αυτό που θα βγει τελικά θα είναι τόσο ιδιαίτερο, ιδιοσυγκρασιακό και ακατάτακτο, όπως λες. Δεν θα πω ψέματα, όμως, το να είσαι ακατάτακτος είναι ωραίο, αλλά και δύσκολο, γιατί από τη μία νιώθεις μοναδικός, από την άλλη όμως νιώθεις μόνος. 

ΕΣ: Οι κοινωνικοπολιτικές αιχμές υπάρχουν στις ταινίες σου, αλλά ποτέ δεν τις βροντοφωνάζεις. Στη συγκεκριμένη ταινία, έχουμε μια διακριτική κριτική ματιά προς την ελληνική κοινωνία, χωρίς να καταφεύγεις στην κοινωνική καταγγελία. Θέλεις να μιλήσεις για αυτήν τη σκηνοθετική επιλογή του υπαινιγμού; 

ΡΔ: Η συγκεκριμένη ταινία ήθελα να είναι άχρονη. Οτιδήποτε περιέβαλλε τις ηρωίδες το έβλεπα πιο πολύ σαν συνδυασμό χρωμάτων, παρά ως τοποθεσία ή χώρο. Η διαδικασία που ακολουθήσαμε μαζί με την Πηνελόπη Βαλτή (καλλιτεχνική διεύθυνση) και την Άλκηστη Μάμαλη (κουστούμια) θύμιζε πιο πολύ ζωγραφική και ψυχολογία, παρά κινηματογράφο. Ψάχναμε να βρούμε τι αίσθηση σου προκαλεί ο κάθε συνδυασμός χρωμάτων και τι είναι καλύτερο για την κάθε σκηνή. Αυτή, αν θες, ήταν η αντίδρασή μου στο ότι είχαμε περάσει γύρω στα έξι χρόνια κρίσης, να ακούμε και να βλέπουμε γύρω μας αριθμούς που δεν βγαίνουν, όπως θα έλεγε και η Λένα Πλάτωνος, «μια άσκηση φυσικής άλυτη». Άλυτη, γιατί προσπαθείς να τη λύσεις με τα λάθος εργαλεία.
Παρ’ όλα αυτά, πάντα με απασχολεί το κοινωνικό πλαίσιο, με ενδιαφέρει να εξερευνώ τους κώδικες και την ιδιοσυγκρασία της ελληνικής κοινωνίας με έναν τρόπο -όπως είπες κι εσύ- υπαινιγμού και όχι κοινωνικής καταγγελίας. Το σχολείο, όπου καταλήγουν τα δύο κορίτσια στο τέλος του ταξιδιού τους, κατά μια έννοια, είναι μια μικρογραφία της ελληνικής κοινωνίας. Οι γονείς θέλουν να δουν τα παιδιά τους «ήρωες», αλλά η αλήθεια είναι ότι είμαστε στο 2019 και όχι στο 1821. Και αν έπρεπε να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια του «ηρωισμού», εγώ θα έλεγα πως ήρωας είναι αυτός που δεν φοβάται να παραδεχτεί τις αδυναμίες του. 

 

Cinematek T. 10