Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

ολιβερ λασε

Όλιβερ Λάσε

Συνέντευξη
Φαμπιάν Λεμερσιέ

Βασισμένος στην εξαιρετική δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας Μάουρο Έρθε, ο Όλιβερ Λάσε φτιάχνει μια μεθυστική ταινία, της οποίας η αφηγηματική λιτότητα αντισταθμίζεται ευρηματικά από την ένταση των σκηνών, όταν πολύ γρήγορα βυθιζόμαστε στην καρδιά της φωτιάς. Μια εντυπωσιακή ταινία σκηνοθετικά, που ανταμείβει και με το παραπάνω την υπομονή που απαιτεί η ακραία απλότητα της ιστορίας και δίνει, πολύ επιτυχημένα, προτεραιότητα στις αισθήσεις του θεατή. Γιατί, όπως αναφέρει και ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας, «για να αγαπάς τη μουσική, δεν είναι ανάγκη να καταλαβαίνεις τους στίχους». Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το σινεμά, όταν αυτό βρίσκεται, όπως εδώ, στις εξαιρετικές του στιγμές.

Το «Θα ’ρθει η Φωτιά» είναι ο μεγάλος νικητής του 60ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ο Χρυσός Αλέξανδρος 2019. Ο σκηνοθέτης Όλιβερ Λάσε φτιάχνει µια λιτή ιστορία µε πολύ ισχυρές εικόνες, οι οποίες δηµιουργούν µια ατµόσφαιρα που ξεφεύγει από τον ρεαλισµό, ακολουθώντας έναν παρία που επιστρέφει στη µητέρα του. 

 

Με αυτήν την ταινία επιστρέφεις στην πατρίδα σου. Και μάλιστα με το θέμα της φωτιάς, που είναι μια από τις βασικές ανησυχίες της περιοχής.

Ένιωθα πως έπρεπε να επιστρέψω στην πατρίδα μου, στη Γαλίθια, έπειτα από δέκα χρόνια που πέρασα στο Μαρόκο. Ήταν πολύ δομικό για την ταινία να πάω στο χωριό όπου γεννήθηκε η μητέρα μου, στο χωριό των προγόνων μου. Αυτή η γη είναι γεμάτη αντιθέσεις, ταυτόχρονα γλυκιά και σκληρή, αλλά πάνω απ’ όλα μυστηριώδης. Ήθελα να δοκιμάσω να αποτυπώσω αυτήν την απίστευτη ομορφιά, μια ομορφιά τόσο έντονη και απρόβλεπτη, που δεν γνωρίζει κανένα όριο. Δεν ξέρω. Το σινεμά είναι σαν μια τελετουργία, σαν μια επίκληση που κάνει τα πράγματα πολύ βαθιά για τον δημιουργό. Με ενδιέφερε η φωτιά από πολλές απόψεις. Προφανώς, επειδή η φωτιά είναι πολύ όμορφη. Αλλά και επειδή η φωτιά είναι μια τραγωδία στη Γαλίθια, που συνέχεια καίει τον τόπο, κάθε καλοκαίρι. Έχω την ίδια οργή που έχει και ολόκληρη η κοινότητα εκεί· να βρει ποιος βάζει τις φωτιές, να βρει τους ενόχους. Όμως, επίσης, η κοινή γνώμη διψάει για αίμα. Η φιγούρα του «εμπρηστή» είναι ιδιαίτερα δαιμονοποιημένη και πάντα με ενδιέφερε αρκετά όταν ένα άτομο εξοστρακίζεται από την κοινωνία. Ως σκηνοθέτης, καλείσαι να ξεπεράσεις την οργή, αλλά και τις αντιθέσεις, τους δυισμούς ανάμεσα στο καλό και το κακό, να φτιάξεις μια σύνθετη εικόνα που οι θεατές θα κοιτούν σαν καθρέφτη. Ταυτόχρονα, ήθελα να κάνω μια απλή ταινία. Πώς μια μάνα και ένας γιος φροντίζουν ο ένας τον άλλο; Κάτι τόσο ουσιώδες.

 

Σου αρέσει να δουλεύεις με μη επαγγελματίες ηθοποιούς.

Ήθελα το «Θα ’ρθει η Φωτιά» να είναι ένα στεγνό μελόδραμα, κάτι που θα φέρνει δάκρυα που θα κρατιούνται, χωρίς ψευδο-ψυχολογικές αναλύσεις, μια ταινία που θα φτάνει στο κόκκαλο. Και για να κάνεις μια ουσιαστική ταινία χρειάζεσαι πρωταγωνιστές σαν τους Αμαδόρ και Μπενεντίκτα. Ήταν και για τους δύο η πρώτη τους εμπειρία ως ηθοποιών. Πρέπει πάντα να πετυχαίνεις μια ισορροπία ανάμεσα στο αληθινό πρόσωπο και τον χαρακτήρα που αυτό υποδύεται. Υπάρχει μια αλήθεια στα μελαγχολικά μάτια του Αμαδόρ. Έχει μια υπερευαισθησία, που η κοινωνία μας πια δεν ανέχεται. Ως φιγούρα, εκπροσωπεί την απόκληρη αθωότητα. Έπρεπε να κάνουμε μια ταινία όπου φαινομενικά δεν γίνεται τίποτα. Όμως υπάρχει κάτι στην παρουσία τους, στις σιωπές τους, στα νεύματα τους, στην ουσία, τελικά, της ανθρωπινότητάς τους, που ελπίζω να συνδεθεί με την ουσία του θεατή.

 

Ο πρωταγωνιστής σου καίει σε τελική ανάλυση τον τόπο όπου κατοικεί. Είναι κάπως παράδοξο αυτό.

Ήδη από την αρχή της ταινίας γνωρίζουμε ότι ο Αμαδόρ κατηγορείται για εμπρησμό. Κι όμως, καθώς μπαίνουμε στις ζωές τους και τις δυσκολίες τους, μπορούμε πια να νιώσουμε τον καταπιεσμένο πόνο του Αμαδόρ και το ψυχικό του σημάδι. «Αν κάνουν τους άλλους να υποφέρουν, είναι γιατί και οι ίδιοι υποφέρουν», λέει κάποια στιγμή η Μπενεντίκτα. Μου αρέσει πολύ η εικόνα του βιολιού και της θήκης του, η οποία είναι κάτι που το περιέχει. Γιατί νιώθω πως αντιστοιχεί στον χώρο που δίνεται στον κάθε άνθρωπο να κινηθεί. Ένας μικροσκοπικός χώρος, ποτέ μεγαλύτερος από όσος είναι αυτός ενός μουσικού οργάνου και της θήκης του. Ο Αμαδόρ δεν έχει καμία επιλογή παρά να υποταχθεί στη μοίρα του. Ενώ οι άνθρωποι είναι γενικά υποταγμένοι στην απρόβλεπτη και ανεξέλεγκτη φύση, σε αυτή την ταινία οι άνθρωποι ούτε της πάνε κόντρα ούτε και την αψηφούν. Γίνονται ένα με αυτήν. Δέχονται τους ρόλους τους. Είναι ελεύθεροι μέσα στην υποταγή τους στη φύση.

 

Cinematek T. 9