Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, κριτική +προβολές στην πόλη

Νίκος Γραμματικός

Νίκος Γραμματικός

Συνέντευξη
Ασπασία Λυκουργιώτη

Μέσα στο δυστοπικό και ακίνητο τοπίο της καραντίνας και της μετακίνησης Β6, η πραγματικότητα τρεμόπαιξε μέσα μας και έσβησε γύρω μας. Έτσι, οι καλλιτέχνες που έχουν μιλήσει με το έργο τους για τις αληθινές αξίες της ζωής, πέρα από την ζωή ως επιβεβλημένη επιβίωση, όπως ο Νίκος Γραμματικός, δεν μπορούσαν παρά να μην μας έρθουν στο νου. Οι ταινίες του διαχρονικά και επίκαιρα μας δείχνουν τον δρόμο προς έναν μυθικό, βαθιά πολιτικό και συνεργατικό κινηματογράφο.

C: Στις περισσότερες ταινίες σας υπάρχει ένας ήρωας που επιλέγει τον θάνατο. Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει στην «Κλειστή Στροφή», την «Εποχή των Δολοφόνων», τους «Απόντες», τον «Βασιλιά». Κατά τη γνώμη σας, υπάρχουν πράγματα που είναι πιο σημαντικά από τη ζωή και ποια είναι αυτά;  
ΝΓ: Δεν είναι ακριβώς έτσι, διότι ας πούμε στην «Κλειστή Στροφή» ο ήρωας δεν επιλέγει τον θάνατο. Ο θάνατος έρχεται «deus ex machina». Κυριολεκτικά. Έρχεται από ένα αυτοκίνητο, που χτυπάει τον ήρωα και δημιουργεί προβλήματα σε κάποιους άλλους που έχουν κάνει κάτι. Όχι, ο ήρωας δεν επιλέγει κανέναν θάνατο στην προκειμένη περίπτωση. Στην «Εποχή των δολοφόνων», επίσης, οι ήρωες μου δεν επιλέγουν τον θάνατο. Επιλέγουν να είναι μαζί, δεν επιλέγουν τον θάνατο. Στον «Βασιλιά», ναι, συμβαίνει. Στους «Απόντες», επίσης, ο ήρωας μπορεί να έπεσε μεθυσμένος στη θάλασσα και να πνίγηκε, όμως δεν ξέρω αν κι εκεί ο ήρωας επιλέγει τον θάνατο. Νομίζω ότι απλώς παίζει λίγο με το θάνατο. Ο Γιωργάκης, ο Νίκος ο Γιωργάκης δηλαδή, παίζει λίγο με τον θάνατο, αλλά δεν ξέρω αν τον επιλέγει. Είναι η ζωή του τέτοια. Δεν επιλέγει την αυτοκτονία. Την αυτοκτονία την επιλέγει ο Μουρίκης, δηλαδή ο Βαγγέλης στον «Βασιλιά». Επιλέγει την αυτοκτονία για λόγους αξιοπρέπειας, όπως ακριβώς ο Αίαντας του Σοφοκλή. Ήταν και μια εποχή, μάλιστα, που μελετούσα τον Σοφοκλή. Ο Σοφοκλής έχει σε πάρα πολλά έργα του αυτοκτονίες. Στην «Αντιγόνη», αυτοκτονούν τρεις - η Αντιγόνη, ο Αίμονας και η Ευρυδίκη, η γυναίκα του Κρέοντα. Στις «Tραχίνιες», αυτοκτονεί η Δηιάνειρα, η γυναίκα του Ηρακλή. Στον «Αίαντα», ο Αίαντας βέβαια. Ο Σοφοκλής είναι γεμάτος αυτοκτονίες -κατά έναν περίεργο τρόπο-, σε σχέση με τους άλλους τραγικούς.


C: Ναι, και εγώ έναν αντίστοιχο ιδεαλισμό με τον Σοφοκλή βρίσκω στα σενάριά σας, όχι κάτι διαφορετικό. Ειδικά στον «Βασιλιά», βέβαια, όπου ο ήρωας διακατέχεται από ένα είδος ιδιαίτερης, «βασιλικής» ευθιξίας και αξιοπρέπειας.
ΝΓ: Ναι, αυτό ισχύει. Εξάλλου, είναι μια αληθινή ιστορία και δεν θα μπορούσα -δεν ήθελα- να παραβώ τη βασική δομή της αληθινής ιστορίας. Ο «Βασιλιάς» στηρίζεται σε κάποια πραγματικά γεγονότα. Δεν τα ήξερα όλα, οπότε αναγκάστηκα να «μυθοποιήσω» κάποια κομμάτια. Αλλά το γεγονός της αυτοκτονίας το ήξερα πολύ καλά. Είχα μιλήσει και με τον δικηγόρο και με τον αστυνομικό. Είχα κάνει την έρευνά μου. Ο «Βασιλιάς» μοιάζει λίγο με τον Αίαντα του Σοφοκλή. Με την έννοια ότι επιλέγει την τιμή. Η τιμή και η αξιοπρέπεια είναι πάνω από την ανθρώπινη ζωή - από τη ζωή του, δηλαδή. Κι αυτό ήτανε πολύ γοητευτικό για μένα. Θέλω να πω, ο Αίαντας γίνεται αποδιοπομπαίος τράγος, όπως γίνεται και ο ήρωάς μου στον «Βασιλιά».


C: Τι σας ενέπνευσε γι’ αυτήν την ταινία;
ΝΓ
: Η έμπνευση μου ξεκίνησε από μια πραγματική ιστορία που τη βρήκα σε μια εφημερίδα. Τότε έκοβα εφημερίδες κατά καιρούς. Και η ιστορία αυτή με συγκίνησε. Ίσως, γιατί διάβαζα Σοφοκλή εκείνο τον καιρό. Τυχαία τη βρήκα, απλώνοντας αποκόμματα από εφημερίδες. Έψαχνα κάτι άλλο που μου είχε κάνει εντύπωση θυμάμαι, και βρήκα αυτό. Μάλιστα το πάτησα με το παπούτσι μου -με μια τσίχλα- το απόκομμα της εφημερίδας, και δεν ξεκόλλαγε. Και το σηκώνω και διαβάζω την πραγματική ιστορία του ανθρώπου πάνω στον οποίο βασίστηκε η ταινία. Και λέω, «τώρα κατάλαβα, θα έχει πολύ περπάτημα η ταινία». (γέλια) Και όντως, είχε πολύ περπάτημα. Γιατί ταξιδέψαμε με τον Μουρίκη σε όλη την Πελοπόννησο και σε όλη τη Στερεά Ελλάδα για να βρούμε τους χώρους της ταινίας. Αλλά, ναι, μου ταίριαξε πάρα πολύ αυτή η ιστορία, και σε σχέση με αυτά που σκεφτόμουνα εγώ τότε. Και μάλιστα, σε μια Ελλάδα, εκείνη την εποχή, που ετοιμαζότανε για Ολυμπιακούς Αγώνες, που ήτανε σε «υπερανάπτυξη». Φαινότανε. Ήταν λίγο σε ξύλινα πόδια η ανάπτυξη. Το παρατήρησα και στην επαρχία, γιατί ταξίδεψα πάρα πολύ τότε. Και μάλιστα λέγαμε με τον Μουρίκη ότι σε δέκα χρόνια θα καταστραφούμε. Πράγμα το οποίο έγινε. Δεν ήμαστε προφήτες, απλώς βλέπαμε τι γινότανε στην επαρχία.


C: Αυτή η ταινία το δείχνει καταπληκτικά αυτό το πράγμα, αυτόν τον μικροαστισμό της επαρχίας.
ΝΓ
: Δεν ήτανε μόνο, όμως, η επαρχία. Η επαρχία είναι ένα κύτταρο. Από ‘κει και πέρα, δεν χρησιμοποίησα «γραφικούς» ανθρώπους της επαρχίας. Χρησιμοποίησα ανθρώπους σαν να είναι μια μικρογραφία μιας συνοικίας της Αθήνας, με αυτά τα αλουμινένια κτήρια, τα τριώροφα με τις δορυφορικές κεραίες κλπ. Έκανα, δηλαδή, μυθοπλασία πάνω σ’ αυτό. Ήτανε μια ομάδα που θα μπορούσε να είναι σε μια γειτονιά της Κυψέλης, στα Σεπόλια, στη Σαλαμίνα, στη Νίκαια. Γιατί εγώ είμαι από τη Σαλαμίνα, όπως θα έχετε καταλάβει. Όμως, σε σχέση με την αυτοκτονία, ούτε στην «Αγρύπνια» υπάρχει αυτοκτονία, ούτε στα «Νυχτολούλουδα» που έκανα, ούτε στις μικρού μήκους μου υπάρχει αυτοκτονία - έχω κάνει τέσσερις μικρού μήκους και μία μεσαίου μήκους. Ούτε στη «Μήδεια», στην τελευταία μου ταινία.  Στη «Μήδεια» ο κεντρικός ήρωας σκοτώνει τον Ιάσονα.


C: Ναι, σύμφωνοι. Εγώ περισσότερο αναφέρομαι στον θάνατο ως έξοδο, ως δικαίωμα εξόδου. Όχι με την αρνητική έννοια της αυτοκτονίας, δηλαδή. Δεν βλέπω κανέναν θάνατο από δειλία στις ταινίες σας. Η ερώτηση αφορά περισσότερο, νομίζω, αυτό που είπατε για τους «Απόντες». Όπου ένας άνθρωπος επιλέγει να φύγει ή «πέφτει», ας πούμε, για να διαφυλάξει την αξία της φιλίας ή την αξία της μνήμης. Η ερώτηση είναι δηλαδή, αν κατά τη δική σας γνώμη υπάρχουν πράγματα που είναι πιο σημαντικά από τη ζωή;
ΝΓ
: Ναι. Να σας πω κάτι, εμένα το μυαλό μου έτσι δουλεύει. Και είναι κάτι που τα τελευταία χρόνια στον ελληνικό κινηματογράφο δεν μου ταιριάζει, εμένα προσωπικά. Ότι ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού κινηματογράφου περιγράφει πόσο σκατά είμαστε. Εγώ δεν πιστεύω ότι είμαστε τόσο σκατά. Αυτό είναι μια δικιά μου άποψη. Και δεν θέλω να βλέπω, να μου δείχνει κάποιος διαρκώς πόσο χάλια είμαστε και ότι δεν υπάρχει καμία διέξοδος. Εγώ θα ήθελα στις ταινίες... Ίσως γιατί είμαι επηρεασμένος πολύ από την αρχαία τραγωδία και από τον Όμηρο και από όλα αυτά τα πράγματα. Θα ήθελα στις ταινίες ακόμα και ο θάνατος να είναι ένα μικρό φως, ας πούμε, για να δείξει κάτι σε σχέση με αξίες που πρέπει να υπάρχουν, με τις οποίες οφείλουμε να ζούμε τη ζωή μας. Για μένα είναι πολύ βασικό αυτό. Και έχω την εντύπωση ότι αυτό που έκανα στη «Μήδεια» -αυτό που κάναμε μαζί με τον Βαγγέλη τον Μουρίκη, γιατί μαζί κάναμε την ταινία ουσιαστικά- είναι μια μικρή προσπάθεια προς αυτήν την κατεύθυνση.
Γιατί αυτό που χρειάζεται αυτός ο τόπος, ας πούμε -σε σχέση με την τέχνη μου και με το σινεμά-, είναι αυτό που έκαναν οι αρχαίοι τραγικοί, που πήραν τους παλιούς μύθους και τους αναδομήσανε. Κάτι που προσπάθησα να κάνω στη Μήδεια. Το Χόλιγουντ, τι έκανε; Δημιούργησε μύθους της ανοικοδόμησης - από τον Τσάρλι Τσάπλιν και τον Γκρίφιθ μέχρι το γουέστερν και το φιλμ νουάρ. Αυτό χρειάζεται η Ελλάδα, είτε ανοικοδόμηση των παλιών μύθων, όπως κάνανε οι αρχαίοι τραγικοί, είτε μύθους της ανοικοδόμησης, όπως έκανε το Χόλιγουντ - και άλλες κινηματογραφίες, σαν παράδειγμα φέρνω το Χόλιγουντ. Αυτό για μένα λείπει. Λείπει, δηλαδή, ο μύθος απ’ το σήμερα, πάρα πολύ. Γιατί ο μύθος είναι πιο αληθινός από την πραγματικότητα. Περιέχει, δηλαδή, περισσότερη αλήθεια από την πραγματικότητα. Η πραγματική πραγματικότητα μπορεί να είναι πάρα πολύ χάλια. Εμένα δεν με νοιάζει αυτό. Η τέχνη για μένα έχει έναν άλλον ρόλο, να πάρει την πραγματικότητα και να τη μυθοποιήσει για να προτείνει κάτι σε σχέση με αισθητικές, φιλοσοφικές, ηθικές αξίες.

C: Ναι, η «Μήδεια» είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς την ειρωνεία του έργου και το πώς ο Ευριπίδης υπερασπίζεται πολιτικά αυτή τη γυναίκα.
ΝΓ
: Η «Μήδεια» λέει ότι υπάρχουν πράγματα που είναι ανώτερα, είναι «κρείσσων των εμών βουλευμάτων». Είναι αυτό που συμβαίνει τώρα, δηλαδή. Η Μήδεια είναι μια δύναμη σαν τη φύση, που κάποιοι Ιάσωνες δεν τη σέβονται, και έρχεται μετά η φύση και τους βάζει τιμωρία. Αυτό γίνεται τώρα, σκοτώνει τα παιδιά της. Αυτό δεν γίνεται; Η Μήδεια, ακριβώς, αυτό κάνει αυτή τη στιγμή. Η Μήδεια ως φύση πάνω από τους ανθρώπους. Γιατί ως ηρωίδα του Ευριπίδη, η Μήδεια δεν είναι μια γυναίκα θνητή, είναι μια γυναίκα αθάνατη, εν τέλει. Συγγενεύει πολύ και με το φεγγάρι και με τον ήλιο. Δηλαδή, συγγενεύει πάρα πολύ με τη φύση. Οπότε μιλάμε για μια φύση που υπερβαίνει τον άνθρωπο - και να τα αποτελέσματα τώρα. Δηλαδή, προδίδεις τη φύση, και μετά έρχεται αυτή και σε εκδικείται. Σκοτώνει τα παιδιά της. Δηλαδή σκοτώνει εμάς. Αυτά είναι τα παιδιά της φύσης, εμείς είμαστε. Και αυτό υπάρχει στη «Μήδεια», και είναι καθοριστικό σε όλο το έργο.

C: Πιστεύετε πως ο πραγματικός πολιτισμός μιας κοινωνίας φαίνεται και από τον τρόπο που στέκεται απέναντι στον βιολογικό θάνατο και τον φόβο του θανάτου; Μπορεί να είναι κεντρικό φαντασιακό μιας κοινωνίας η επιβίωση και μόνο;  
ΝΓ
: Τι να σας πω για αυτό; Ο Πλάτωνας λέει στον «Φαίδωνα» -αν θυμάμαι καλά- ότι, «Φιλοσοφία ἐστί μελέτη θανάτου». Και πάνω σε αυτό το πράγμα στηρίχθηκε ένα κομμάτι, όχι μόνο της δυτικής φιλοσοφίας, ακόμα και της βυζαντινής υμνογραφίας, η χριστιανική θρησκεία... Ουσιαστικά, ο θάνατος, ας πούμε, είναι ένα πράγμα... Και να σας πω, επίσης, δεν θυμάμαι τώρα τον συγγραφέα -Φιλίπ Αριές νομίζω λέγεται-, έχει γράψει ένα φοβερό δοκίμιο για τον θάνατο στη Δύση. Το πώς αντιμετωπιζόταν ο θάνατος παλιότερα, όπου αντιμετωπιζόταν σαν να βρίσκεται μέσα στη ζωή. Εγώ όταν πήγαινα στη Μάνη, ας πούμε, ή ακόμα και όταν πέθαινε η γιαγιά μου, ο νεκρός ήτανε μέσα στο σπίτι. Τώρα τους νεκρούς τους πετάμε σ’ ένα ψυγείο. Με κάθε τρόπο διώχνουμε τον θάνατο μακριά μας. Και η επιστήμη τώρα κάνει διαρκώς αυτό. Κάποτε είχα διαβάσει κάτι πολύ ωραίο σε μια εφημερίδα, όταν έκανα μια έρευνα. Όπου έλεγε: «Αυτοκινητάμαξα στην Κηφισιά [το 1910] παρέσυρε και σκότωσε γέροντα 42 ετών». (γέλια) Μέσα σε έναν αιώνα διπλασιάσαμε τον μέσο όρο ζωής. Τώρα ίσως πάμε να νικήσουμε και τον θάνατο. Προσπαθούμε να νικήσουμε τον θάνατο. Αυτό είναι προφανές και από την επιστήμη - διαρκώς καινούρια φάρμακα, διαρκώς προέκταση της ζωής. Μάλιστα είχα και μια εμπειρία τελευταία. Έναν πολύ κοντινό μου άνθρωπο ο οποίος είχε καρκίνο, και τον κρατούσανε στη ζωή με κάθε τρόπο -επειδή ήταν ιδιωτικό το νοσοκομείο- για να παίρνουν τα χρήματα. Δηλαδή υπάρχει μια πολύ διαφορετική αντίληψη του θανάτου σήμερα. Αλλά σε φιλοσοφικό επίπεδο κανένας δεν μπορεί να αποφύγει τον θάνατο. Εγώ, ας πούμε, είμαι σε ευπαθή ομάδα. Δεν θέλω να αρρωστήσω και να πεθάνω από τον κορονοϊό. Έχω άσθμα. Δηλαδή, ο θάνατος είναι παρών. Είναι ένα κομμάτι της ζωής. Είναι, από την άλλη, και μια αναγέννηση για τη ζωή ο θάνατος. Δηλαδή, πεθαίνουν τα δέντρα και γίνονται λίπασμα για τα υπόλοιπα δέντρα. Ο άνθρωπος ένα τέτοιο πράγμα είναι. Είναι ένα μέρος της φύσης. Δεν ξέρω. Αν νικήσουμε τον θάνατο, θα προκαλέσουμε ίσως μεγάλη ύβρη. Και η φύση πιθανόν να μας τινάξει από πάνω της, όπως τινάζουμε τα παπλώματα στο μπαλκόνι.
C: Ναι, ωραίο όραμα αυτό.
ΝΓ
: Ναι, δεν το ξέρουμε. Πάντως, δεν μπορεί να υπάρξει τέχνη, φιλοσοφία, επιστήμη που να μην ασχολείται με τον θάνατο. Είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της ζωής ο θάνατος. Υπάρχει μια πάρα πολύ ωραία ατάκα σε μια ταινία, που λατρεύω τελευταία, το «Lucky». Λέει κάποιος στον Χάρι Ντιν Στάντον ότι «η φιλία είναι ζωτικής σημασίας για την ψυχή». Και απαντάει αυτός, «it does not exist», δεν υπάρχει αυτό. Και λέει ο άλλος, «Ποια, η φιλία;». «Όχι, η ψυχή», λέει ο Λάκι. (γέλια) Οι θρησκείες έχουνε παίξει μεγάλο ρόλο, για τον θάνατο στο επέκεινα. Ακόμα και στην αρχαία Ελλάδα, ας πούμε, ο Αχιλλέας είναι μια σκιά στον Όμηρο. Και λέει, «θα προτιμούσα να ήμουνα κολίγος σε έναν αγρότη παρά να είμαι Βασιλιάς στο βασίλειο των σκιών». Το ίδιο πράγμα γίνεται και στην «Αινειάδα», που διαβάζω τώρα. Ο θάνατος θα απασχολεί πάντα, δεν γίνεται να μην απασχολεί. Και μάλιστα, και το τι γίνεται μετά. Για αυτό υπάρχουν και όλα αυτά, είτε είναι κομπογιαννίτες, είτε είναι εγκατεστημένες θρησκείες, είτε οτιδήποτε - είτε μετεμψυχώσεις, μετενσαρκώσεις. Εμένα η δική μου άποψη είναι ότι μετά είναι το κενό, the void, τίποτα. Και απλώς πρέπει να το αποδεχθούμε ως τέτοιο.
 

C: Αλλάζω λίγο θέμα, αν και πάλι σχετίζεται με τον θάνατο. Σας λείπει μια πιο ροκ προσέγγιση της ζωής;
ΝΓ:
Εννοείτε ροκ στις ταινίες μου; Γιατί ήδη πούλησα 3.500 βινύλια ροκ. Τα πούλησα για να ζήσω. Δούλευα με αυτά, γιατί δούλευα DJ για πάρα πολλά χρόνια, και μάζευα και δίσκους που αγαπούσα. Και τους πούλησα για να μπορέσω να ζήσω μέσα στην κρίση. Κράτησα μόνο αυτά που αγαπούσα υπερβολικά. Τι εννοείτε μια πιο ροκ προσέγγιση της ζωής; Εγώ γεννήθηκα με αυτήν τη μουσική, μεγάλωσα με αυτήν τη μουσική, και νομίζω ότι οι ταινίες μου είναι όλες ροκ.
C: Συμφωνώ, γι’ αυτό σας ρωτάω αν νιώθετε ότι υπάρχει ένα κενό σήμερα. Αν σας λείπει απ’ τον κινηματογράφο σήμερα αυτή η ροκ προσέγγιση της ζωής;
ΝΓ:
Όχι, σας είπα τι μου λείπει από τον ελληνικό κινηματογράφο, κυρίως. Μου λείπει ο μύθος εμένα, αυτό μου λείπει. Μου λείπει αυτό που είναι αληθινό, παρ’ ότι δεν είναι πραγματικό. Αυτό μου λείπει. Που είναι πιο αληθινό από την πραγματικότητα, δηλαδή. Η πραγματική πραγματικότητα δεν είναι τόσο αληθινή όσο ο μύθος. Ο μύθος είναι πιο αληθινός . Είναι άλλο το πραγματικό και είναι άλλο το αληθινό. Και το καταλαβαίνεις αυτό όταν βλέπεις μια ταινία αληθινή, όπως το «Lucky». Είναι πολύ πιο αληθινό από οποιαδήποτε ταινία, όπως , ας πούμε, τα «Παράσιτα» και τέτοιου τύπου ταινίες. Οι οποίες είναι πολύ ωραίες ταινίες, αλλά εγώ θα τις δω μία-δύο φορές -επειδή είμαι σκηνοθέτης για να τις μελετήσω- και δεν θα τις ξαναδώ ποτέ. Θα βλέπω ταινίες οι οποίες με αγγίζουν, όπως το «Umberto D.» του De Sica, που είναι μία από τις αγαπημένες μου ταινίες όλων των εποχών. Μπορώ να πω πάρα πολλές ταινίες, αλλά τώρα λέω δύο πολύ πρόχειρα παραδείγματα που μου έρχονται στο μυαλό. Ουσιαστικά η τέχνη είναι για να σου αλλάξει λίγο τη ζωή. Δηλαδή να σε κάνει λίγο καλύτερο. Και μάλλον ο μύθος... Μίλησα για το «Umberto D.» και το «Lucky», γιατί κάπου ενώνονται αυτά τα δύο στο δικό μου το κεφάλι. Είναι ταινίες που λατρεύω.

C: Νομίζω πάντως ότι οι ταινίες σας έχουνε πετύχει να είναι στην μπάντα του αληθινού.
ΝΓ
: Να είστε καλά. Εγώ μεγάλωσα μέσα στο κινηματογράφο. Έχω δουλέψει βοηθός προβολατζή. Και μάλιστα, όταν είδα το «Cinema Paradiso», λέω, «τον π@@@τη, μου πήρε την ιδέα», ο Tornatore. (γέλια) Γιατί έχω ζήσει σε έναν κινηματογράφο. Πήγα σαράντα ημερών πρώτη φορά σινεμά, εξ’ αιτίας της μητέρας μου.
C: Η οποία με τι ασχολούταν;
ΝΓ
: Η μητέρα μου ήταν αναλφάβητη και έμαθε να διαβάζει από τις ταινίες. Είναι το '34 γεννημένη. Και όταν ήρθε στην Αθήνα από τη Μάνη, η μοναδική της διασκέδαση ήτανε να πηγαίνει σε ταινίες. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Και λάτρευε τις ταινίες. Στη Σαλαμίνα τότε που μεγάλωσα εγώ, είχαμε εφτά κινηματογράφους. Οπότε πηγαίναμε διαρκώς κινηματογράφο. Δεν είχαμε τηλεόραση. Στο σπίτι μας μπήκε η τηλεόραση το 1975. Εγώ είχα ήδη δει άπειρες ταινίες, εξ’ αιτίας της μητέρας μου εννοώ. Και λάτρεψα τον κινηματογράφο. Μετά μπήκα στο Πανεπιστήμιο, αλλά -ίσως λόγω του DNA αυτού- βρέθηκα στο σινεμά. Παράτησα δηλαδή το Μαθηματικό, στο οποίο είχα μπει και με πολύ καλή σειρά. Παράτησα το Μαθηματικό και δεν το τελείωσα ποτέ για να κάνω σινεμά.

C: Ευτυχώς που κάνατε σινεμά. Ευτυχώς για εμάς. Τώρα για εσάς δεν ξέρω. (γέλια)
ΝΓ:
Δεν ξέρω, δεν μπορώ να το απαντήσω αυτό. Αλλά, εγώ έζησα μέσα στον κινηματογράφο στην κυριολεξία. Δηλαδή, τότε οι ταινίες ήτανε σε φιλμ. Δεν είναι όπως τώρα που είναι σε DCP. Έτρωγα το σελιλόιντ στο στόμα μου. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω; Όταν έκανα τον «Βασιλιά», είχα δει ένα όνειρο ότι μασάω ένα κομμάτι φιλμ το οποίο μπουκώνει τόσο πολύ το στόμα μου και δεν μπορώ να το φτύσω. Δεν ξέρω αν το έφτυσα τελικά. Προσπάθησα.

C: Γυρίζοντας σε αυτά που λέγαμε πριν, η ανάδειξη του  χαρακτήρα των ηρώων είναι κομβική σε όλες σας τις ταινίες. Κάποιοι από αυτούς έχουν ένα πολύ καθαρό ιδεαλιστικό, αξιακό σύστημα. Πιστεύουν στη φιλία, όπως λέγαμε πριν, στον έρωτα. Θέλουν να διατηρήσουν την ατομική και συλλογική μνήμη. Είναι, κατά μία έννοια, επαναστατημένοι άνθρωποι. Συμφωνείτε; Πώς θα τους περιγράφατε εσείς;
ΝΓ
: Τον «Επαναστατημένο Άνθρωπο» του Καμύ τον έχω διαβάσει πολλές φορές. Ο Καμύ είναι από τους αγαπημένους μου. Αυτήν τη στιγμή, για να σκεφτείτε, έχω την «Πανούκλα» δίπλα μου. Δεν ξέρω, αυτά είναι πράγματα... Είναι αξίες με τις οποίες μεγαλώνεις. Δηλαδή οι αξίες που υπάρχουν στις ταινίες μου -αν υπάρχουν κάποιες αξίες τέτοιου τύπου όπως τις ονομάζετε- οφείλονται στον πατέρα μου.
C: Ο οποίος;
ΝΓ:
Ο οποίος ήταν ένας άνθρωπος που πολέμησε στο μέτωπο της Ιταλίας. Μετά ήτανε σαμποτέρ, την εποχή της γερμανικής κατοχής. Μετά πήγε στον Γράμμο, στο Βίτσι, και μετά έγινε πολιτικός εξόριστος στην ανατολική Γερμανία. Και γύρισε, γύρισε παράνομα πάλι. Είναι δηλαδή πράγματα τα οποία οφείλονται σε έναν μεγάλο βαθμό στον πατέρα μου. Είναι η εντολή του πατέρα αυτή. Είναι η παρακαταθήκη που μου άφησε, η κληρονομία του πατέρα μου. Αν υπάρχουν δηλαδή κάποιες αξίες στις ταινίες μου, είναι η παρακαταθήκη που μου άφησε ο πατέρας μου.

C: Ναι, είναι πολύ καθαρή αυτή η παρακαταθήκη στο έργο σας. Είναι πολύ ξεκάθαρη... Σε σχέση τώρα με τις συνεργασίες σας, με τι κριτήρια θα λέγατε ότι επιλέξατε τους ηθοποιούς σας; Γιατί συνεργαστήκατε με τον Μηνά Χατζησάββα, τον Βαγγέλη Μουρίκη, τον Γιώργο Γιαννόπουλο, τον Άκη Σακελαρίου και άλλους;   
ΝΓ
: Είχα την τύχη να συνεργαστώ με πάρα πολλούς σημαντικούς ηθοποιούς. Τα ονόματα είναι πάρα πολλά, και είναι δύσκολο να τα θυμηθώ όλα τώρα. Στην πρώτη μου ταινία μικρού μήκους, έπαιζε ο Γιώργος Νινιός με τον Μηνά Χατζησάββα. Έχω συνεργαστεί με πολλούς ηθοποιούς, τον Γιώργο Μωρόγιαννη, την Μπέτυ Λιβανού, την Έρση Μαλικένζου, τον Αντώνη Αντώνιου, τον Γιάννη τον Ζουγανέλη -πολύ σπουδαίος άνθρωπος-, τον Αιμίλιο Χειλάκη, τον Τάσο τον Νούσια, τον Νίκο τον Γιωργάκη. Είναι πάρα πολλά τα ονόματα των ηθοποιών με τους οποίους έχω συνεργαστεί. Γιατί οι ταινίες μου είναι χαρακτηροκεντρικές, δηλαδή στηρίζονται στα πρόσωπα. Οπότε δημιουργήθηκε και μια παρέα σαν αυτή που είχε ο Κασσαβέτης, ας πούμε - με τον Ben Gazzara, τον Peter Falk και τον εαυτό του, αλλά και μερικούς ακόμα, τη Gena Rowlands και λοιπά. Φτιάξαμε μια παρέα και εμείς, και κάναμε ταινίες. Και ελπίζω να συνεχίσουμε να κάνουμε. Έχω συνεργαστεί με πολλούς ηθοποιούς. Ο κατάλογος των ονομάτων είναι πάρα πολύ μεγάλος. Δεν μπορώ να τους αναφέρω όλους τώρα. Αλλά αυτό που θα ήθελα να αναφέρω, και για μένα είναι πολύ σημαντικό, είναι ότι συνεργάστηκα και με ανθρώπους οι οποίοι δεν ήταν άνθρωποι που βρίσκονται μπροστά από την κάμερα. Με ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από την κάμερα, όπως ο Κωστής ο Γκίκας, ή ο Αντώνης ο Σαμαράς, ή ο Δασκαλοθανάσης, ή ο Γιώργος ο Μαυροψαρίδης που κάναμε μοντάζ σε τέσσερεις ταινίες μεγάλου μήκους μαζί. Δυστυχώς δεν πήρε το Όσκαρ, θα χαιρόμουνα πάρα πολύ. Αλλά θέλω να αναφέρω επίσης εδώ τη Γιούλα Ζωιοπούλου, η οποία ήτανε σύντροφός μου και συνοδοιπόρος ζωής. Ήταν μία σκηνογράφος που έχει κάνει πάρα πολλές ταινίες στον ελληνικό κινηματογράφο, όχι μόνο τις δικές μου. Πέρα από το ότι πήρε το βραβείο στην «Εποχή των Δολοφόνων» και τον «Βασιλιά». Έχει κάνει ταινίες με τον Βούλγαρη, με τον Γκορίτσα, με πάρα πολλούς ανθρώπους. Και έφυγε στις 14 Δεκέμβρη του 2019. Δεν θα είχα καταφέρει να κάνω ίσως τίποτα, χωρίς την παρουσία της. Για μένα είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο. Ήτανε από τους σημαντικότερους ανθρώπους του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά έκανε σκηνικά και κοστούμια. Δεν έχει σημασία αυτό. Ο κινηματογράφος χρειάζεται και ανθρώπους πίσω από την κάμερα. Ακόμα και τώρα, ας πούμε, τώρα που γράφω ένα καινούριο σενάριο, μου έλεγε διάφορες ιδέες, διάφορα πράγματα μέχρι λίγο πριν πεθάνει. Οπότε, δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί. Είναι πάρα πολλοί άνθρωποι, που δεν μπορώ να τους πω τώρα γιατί σίγουρα θα ξεχάσω κάποιον. Αλλά τη Γιούλα Ζωιοπούλου δεν θα την ξεχάσω.

C: Είναι συλλογική τέχνη ο κινηματογράφος;
ΝΓ:
Ναι, είναι μια διαδικασία πολύ συλλογική, και μια διαδικασία στην οποία οι άνθρωποι πρέπει να κάνουν το αντίθετο από αυτό που κάνουν στα τηλεοπτικά παράθυρα. Δηλαδή, δεν ισχύει στον κινηματογράφο αυτό που λέει ο Σοπενχάουερ, «η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο». Στον κινηματογράφο ισχύει η τέχνη της συνεννόησης. Αν δεν μπορέσεις να το καταφέρεις αυτό, δεν μπορείς να κάνεις ταινίες. Αν δεν μπορείς να συνεννοηθείς, δηλαδή, με 20-30 ανθρώπους -ή μπορεί και περισσότερους που υπάρχουν σε κάθε ταινία-, δεν μπορείς να κάνεις ταινία. Δεν υπάρχει τρόπος. Πρέπει ουσιαστικά να επικοινωνήσεις. Να ακούς τον άλλον, να αντιλαμβάνεσαι ότι εδώ μπορεί να κάνεις λάθος. Γιατί ο σκηνοθέτης δεν τα ξέρει όλα, δεν είναι o θεός. Είναι ένας άνθρωπος, ο οποίος συνεργάζεται. Έχει ίσως ένα όραμα. Έχει έναν στόχο. Θέλει κάπου να πάει. Και, φυσικά, πρέπει να σε εμπιστεύονται οι άλλοι. Και εμένα με έχουν εμπιστευτεί ότι θα τους πάω κάπου. Αλλά χωρίς τη συμμετοχή των άλλων, δεν μπορεί να πάει πουθενά καμία ταινία. Εκτός αν τραβάς μόνος σου με μια κάμερα στον δρόμο, και μοντάρεις μόνος σου, και τα ανεβάζεις ή τα κάνεις ταινίες στο youtube, ή δεν ξέρω τι. Αλλά, εγώ είχα την τύχη, ας πούμε, σε αυτές τις δεκατρείς, δεκατέσσερις ταινίες -μαζί με τις μικρού μήκους που έχω κάνει- να μπορώ να συνεννοηθώ με τους ανθρώπους σε ένα βαθύτερο επίπεδο, είτε ηθοποιοί είναι αυτοί είτε όχι. Γιατί εγώ θέλω να είναι συνένοχος στο έγκλημα, -στην «εποχή των δολοφόνων» μιας ταινίας-, θέλω να είναι συνένοχος ακόμα και ο βοηθός ηλεκτρολόγου, ή το παιδί που φέρνει τα σάντουιτς. Θέλω να είναι όλοι μέσα σ’ ένα παραμύθι. Είναι απαίτησή μου αυτό. Προσπαθώ να το καταφέρω. Να τους κάνω όλους συνένοχους.
C: Αυτό φαίνεται πολύ και στο αποτέλεσμα. Πώς όταν βλέπεις ένα συγκρότημα που δεν συνεννοούνται μεταξύ τους και βλέπεις ένα συγκρότημα που συνεννοούνται. Είναι άλλο το ένα άλλο το άλλο.
ΝΓ
: Ακριβώς...

C: Πιστεύετε ότι οι ρόλοι αποκαλύπτουν ή κρύβουν το βαθύτερο εαυτό του ηθοποιού; Ή, τέλος πάντων, τι σας αρέσει να συμβαίνει;
ΝΓ
: Εμένα μου αρέσει να βγαίνει ο εαυτός του ηθοποιού. Αφήνω στον ηθοποιό, ή πιστεύω ότι αφήνω, ελευθερία. Για παράδειγμα ο ρόλος του βασιλιά στον «Βασιλιά». Αν δει κάποιος τον Βαγγέλη τον Μουρίκη, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος είναι δοτικός, αξιοπρεπής, μιλάει διαρκώς, αλλά κινείται, κινούνται τα μέλη του. Στον «Βασιλιά», ας πούμε, επιβάλαμε στον ήρωα μια πολύ συγκεκριμένη σωματική γλώσσα: κάνω ένα πράγμα τη φορά. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Βαγγέλης δεν έβγαλε τον βαθύτερο εαυτό του. Ίσα-ίσα, το αντίθετο. Το ίδιο και ο Χατζησάββας στην «Κλειστή Στροφή». Εγώ θέλω να αφήνω τη δημιουργική ελευθερία στους ηθοποιούς, και μέσω αυτοσχεδιασμών που κάνουμε στις πρόβες πριν πάμε για γύρισμα. Αλλά και στο γύρισμα κάνω αυτοσχεδιασμούς, αφού έχουμε φτάσει σε ένα σημείο.
Επίσης, εδώ δεν μπορώ να ξεχάσω και τον Νίκο τον Παναγιωτόπουλο, ο οποίος ήτανε συνοδοιπόρος και συνεργάτης. Ο Νίκος είναι ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του. Και γράφουμε μαζί τα σενάρια, ακόμα και αυτό που γράφω τώρα. Όλα, όλα από τους «Απόντες» και μετά. Αν δεν υπήρχε ο Νίκος, τα σενάρια θα ήτανε, δεν ξέρω, ίσως πολύ ελλιπή. Αυτό δίνει και στους ηθοποιούς τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις δημιουργικές τους ελευθερίες. Εγώ τους αφήνω όσο γίνεται. Θέλω να βλέπω τον βαθύτερο εαυτό τους, κι όχι κάποιον ρόλο τέλος πάντων.

C: Πολύ ωραία. Κάνω μια τελευταία ερώτηση στην οποία αν θέλετε μου απαντάτε… Απ’ ότι ξέρω σας αρέσουν τα άδεια πλάνα. Από την άλλη, δεν πιστεύω ότι σας αρέσει να συμπληρώνετε χαρτί για να βγείτε από το σπίτι. Τι σκέφτεστε για όλο αυτό; Ήταν μονόδρομος η απαγόρευση της κυκλοφορίας;
ΝΓ
: Δεν ξέρω κι εγώ να σας πω ακριβώς τι γίνεται με αυτό. Διαβάζω, ενημερώνομαι ως πολίτης, ας πούμε. Αλλά πραγματικά τα ερωτήματα είναι περισσότερα από τις απαντήσεις, οπότε δεν έχω να πω κάτι. Πραγματικά, αυτό είναι κάτι, όπως λέω στη «Μήδεια», «κρείσσων των εμών βουλευμάτων». Οπότε είναι κάτι πέρα από τη δική μας λογική, βούληση και λοιπά. Νομίζω ότι η ανθρωπότητα έχει προκαλέσει μια ύβρη απέναντι στη φύση, το λέω στη «Μήδεια» πολύ καθαρά αυτό. Και αυτό το τίμημα θα πληρωθεί πολύ ακριβά. Και ήδη πληρώνεται πολύ ακριβά.