Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

"Αυτός ο χαρακτήρας έχει λίγη από την αµφιθυµία που διακρίνει τη σχέση µου µε την πρόοδο"

Νικολά Μπεντός

Συνέντευξη
Μπενεντίκτ Προτ

Συναντηθήκαµε µε τον συγγραφέα, σεναριογράφο, ηθοποιό και κωµικό Νικολά Μπεντός και µιλήσαµε για τη δεύτερη µεγάλου µήκους ταινία του, «Ραντεβού στο Belle Époque»


C: Σε έναν κόσμο που έχει γίνει τρομερά εικονικός μέσω της τεχνολογίας, ακούγεται συνεχώς όλο και πιο δυνατά η έκκληση για επιστροφή στη σωματικότητα των πραγμάτων, για την ανάγκη να ζήσουμε σωματικά. Και αυτό είναι που προσφέρει το γραφείο ταξιδιών στον χρόνο που έχει δημιουργήσει ο χαρακτήρας του Γκιγιόμ Κανέ.

Νικολά Μπεντός: Ναι, έχω παρατηρήσει, χωρίς αμφιβολία ενστικτωδώς, αυτό το είδος επιστροφής στη σωματική διάσταση, που έχει συντελέσει στην επιτυχία ορισμένων φεστιβάλ και θεατρικών παραγωγών. Σαν η υπερβολή σε μια κατάσταση να έφερε το αντίθετο. Είναι αλήθεια πως η ταινία, αντί να ακολουθήσει μια διαχείριση του θέματος κατά τον τρόπο του Σπίλμπεργκ, κάτι που θα ήταν και πιο κοντά στο «Black Mirror», επιστρέφει στο παρελθόν μέσω του θεάτρου. Εάν δεν λάβουμε υπ’ όψιν μας το ακουστικό κομμάτι, το όλο στήσιμο της ταινίας θα μπορούσε να είχε γίνει πενήντα χρόνια πριν, εφόσον στηρίζεται μόνο σε λόγια, στην καταγραφή, σε κοστούμια και μερικά σκηνικά. Μου αρέσει η ιδέα ότι, ως λύση στην απόγνωσή του ο Ντανιέλ δεν παίρνει ένα ηλεκτρονικό τσιπ ή ένα χάπι, αλλά, αντ’ αυτού, του δίνεται αυτό που κάνω καθημερινά στη δουλειά μου: ένα συνεργείο που εργάζεται σκληρά και με λιγοστά εφόδια εφευρίσκει τρόπους να τον κάνει να ονειρευτεί.

C: Η θεατρική σκηνοθεσία βρίσκεται πράγματι στο επίκεντρο της ταινίας, δίνοντας μια αίσθηση ιλίγγου και ενθουσιασμού και υποδηλώνοντας ταυτόχρονα το παιχνίδι με την επιθυμία - ο Αντουάν στην πραγματικότητα μας θυμίζει τον Σιρανό.

ΝΜ: Λειτουργεί εδώ ένα παιχνίδι διασταυρώσεων, κυρίως μεταξύ των δύο ζευγαριών που συνδέονται. Το νεαρό ζευγάρι δανείζεται από τους μεγαλύτερους, θα μπορούσα να πω· ενώ, από την άλλη, ο χαρακτήρας του Ντανιέλ Οτέιγ κάνει δώρο στον εαυτό του ένα λουτρό στην πηγή της νιότης και της αυτοεκτίμησης με αυτήν τη νεαρή ηθοποιό που είναι και η ανάμνηση της συζύγου του. Υπάρχει αυτό το παιχνίδι των διασταυρώσεων που μπορεί να θυμίσει κάποια από τα έργα του Μαριβό ή ακόμα και το ιταλικό θέατρο του 17ου αιώνα ή, όντως, και τον Σιρανό. Με ενδιέφερε πολύ αυτό το είδος γλυκόπικρης προσέγγισης.

C: Τι σχέση έχεις με τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Ντανιέλ Οτέιγ, του οποίου η οπτική γωνία φαίνεται να είναι και αυτή της ταινίας;

ΝΜ: Νομίζω ότι αυτός ο χαρακτήρας έχει λίγη από την αμφιθυμία που διακρίνει τη σχέση μου με την πρόοδο. Είμαι ενθουσιώδης χρήστης της τεχνολογίας, κάποιες φορές και ωφελιμιστικά, του Instagram, των social media, του Twitter. Όλα αυτά είναι μέρος της καθημερινής μου ζωής, αλλά, ταυτόχρονα, ένα κομμάτι του εαυτού μου είναι ένας παλιόγερος που τρέφεται με βιβλία, που είναι έξαλλος με τη σταδιακή εξαφάνιση του έντυπου Τύπου, που τρομάζει όταν βλέπει να εξαφανίζονται τα κιόσκια με τις εφημερίδες και ανησυχεί που η νέα γενιά καταβροχθίζει τις σειρές σαν να είναι καραμέλες, χωρίς να γνωρίζει καθόλου ποιος σκηνοθετεί και ποιος γράφει. Συνεπώς, οι εκρήξεις θυμού και οι απολαύσεις μου ακολουθούν στενά οι μεν τις δε. Γι’ αυτό και το φιλμ δεν κρίνει, αλλά, αντίθετα, τα παρατηρεί όλα αυτά μέσω της ιστορίας ενός άντρα που είναι ταυτόχρονα ο πατέρας μου -κάποιος δηλαδή που τρομοκρατείται στη θέα όλων αυτών και έχει αποφασίσει τελεσίδικα ότι αυτός ο κόσμος δεν είναι πια ο δικός του- και εγώ ο ίδιος, επειδή στα μάτια μου υπάρχει ακόμη ελπίδα.

C: Η ταινία συνδυάζει ένα ανάλαφρο ύφος με ένα βαθύ θέμα. Τη μια είναι συγκινητική και την άλλη τρομερά διασκεδαστική, μερικές φορές και τα δύο μαζί.

ΝΜ: Αν η ταινία δεν είναι ξεκάθαρα ούτε κωμωδία ούτε δράμα, αυτό οφείλεται στο πώς είμαι εγώ και οι άνθρωποι που αγαπώ. Στην οικογένειά μου είμαστε τρομερά ευαίσθητοι, αλλά και πολύ σαρκαστικοί, πράγμα που πηγάζει από ένα είδος μετριοπάθειας που μας κάνει να αμφιταλαντευόμαστε μόνιμα μεταξύ πειραγμάτων και φιλιών. Αυτό το ύφος, το κωμικό και κυνικό, είναι μια σανίδα σωτηρίας για το σενάριο, κατά τη γνώμη μου. Αποτρέπει την ταινία από το να βυθιστεί στους συναισθηματισμούς ή στο μελόδραμα. Είναι επίσης ένας τρόπος να πω στον θεατή ότι δεν θέλω να εκβιάσω τη συγκίνησή του. Αν αισθανθεί συγκινημένος, θα είναι επειδή το αξίζει η κατάσταση που περιγράφεται στην ταινία. Αν έπρεπε να βρω κάποιες αναφορές, θα μπορούσα φυσικά να παραθέσω ένα πλήθος αγαπημένων κινηματογραφιστών που δουλεύουν με παρόμοιο ύφος. Όμως, δεν θα ήταν και πολύ ενδιαφέρον, γιατί στο βάθος, κατά τη γνώμη μου, το σινεμά είναι η ζωή, οπότε δεν υπάρχει κάποια θεωρία που να προαπαιτείται.

 

Cinematek T. 9