Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

νανταβ λαπιντ συνωνυμα

Ναντάβ Λαπίντ

Συνέντευξη
Τάσος Στεργίου

 

C: Η ταινία «Συνώνυμα» είναι εμπνευσμένη από την εποχή που μένατε στο Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Μπορείτε να μας πείτε για εκείνη την περίοδο της ζωής σας; 

ΝΛ: Δεκαοκτώ μήνες μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής μου θητείας, άρχισα να σπουδάζω φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ. Έγραφα σε εβδομαδιαία βάση σε μια αθλητική εφημερίδα και ξεκίνησα να γράφω διηγήματα. Εκείνη την εποχή, ο κινηματογράφος δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα, και η ζωή μου, σε γενικές γραμμές, ήταν όμορφη. Αλλά μια μέρα, λες και άκουσα μια φωνή από το πουθενά -όπως η Ζαν ντ’Αρκ ή ο πατριάρχης Αβραάμ- συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να φύγω από το Ισραήλ. Να φύγω αμέσως, εκείνη τη στιγμή, και για πάντα. Να ξεριζωθώ από τη χώρα, να δραπετεύσω, να σωθώ από την ισραηλινή μου μοίρα. Δέκα μέρες αργότερα, προσγειώθηκα στο αεροδρόμιο Σαρλ-ντε-Γκολ. Επέλεξα τη Γαλλία λόγω του θαυμασμού μου για τον Ναπολέοντα, του πάθους μου για τον Ζιντάν και μερικών ταινιών του Γκοντάρ που είχα δει δύο μήνες νωρίτερα. Ήξερα τα βασικά στα γαλλικά, δεν είχα άδεια παραμονής ή βίζα, και δεν ήξερα κανέναν. Αλλά ήμουν αποφασισμένος να μην επιστρέψω ποτέ. Να ζήσω και να πεθάνω στο Παρίσι. Αρνούμουν να μιλήσω εβραϊκά. Έκοψα κάθε δεσμό με Ισραηλινούς. Αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στο να διαβάζω με εμμονή ένα γαλλικό λεξικό και στο να κάνω κάποιες περίεργες δουλειές για να τα βγάζω πέρα. Έζησα στη φτώχεια και τη μοναξιά. Υπολόγιζα κάθε λεπτό του ευρώ. Έτρωγα το ίδιο φαγητό κάθε μέρα - το πιο απλό και το πιο φθηνό που μπορούσα να βρω. Μια μέρα, έκανα έναν φίλο, έναν Γάλλο φίλο, τον καλύτερο φίλο που είχα ποτέ. Αναπτύχθηκε ένας ισχυρός δεσμός ανάμεσά μας, παρά, και ίσως εξαιτίας, της ανισότητας που υπήρχε μεταξύ μας - της κοινωνικής, πολιτισμικής και διανοητικής ανισότητας.

 

C: Η εμμονή του Γιοάβ να καταστείλει το ισραηλινό του παρελθόν και να γίνει Γάλλος εκδηλώνεται, πρωτίστως και ως επί το πλείστον, με τη γλώσσα. Γιατί; 

ΝΛ: Νομίζω ότι η γλώσσα είναι ό,τι πιο κοντινό έχουμε και μπορούμε να αλλάξουμε. Είναι δύσκολο να αλλάξουμε το σώμα μας. Το παρελθόν δεν μπορεί να αλλάξει. Το σώμα του Γιοάβ περιέχει το παρελθόν του. Περιέχει την ουσιώδη του φύση, την οποία επιθυμεί να καρατομήσει. Θυμάμαι τον εαυτό μου την εποχή που μουρμούριζα γαλλικά λόγια σαν να προσευχόμουν. Η γαλλική γλώσσα ήταν η λύτρωση μου. Με την πάροδο του χρόνου, ο Γιοάβ βρίσκεται αντιμέτωπος με την αποσύνδεση μεταξύ της φαντασίωσής του για τη γαλλική ταυτότητα και της πραγματικής ζωής. Συνειδητοποιεί ότι όλα μπορούν να τελειώσουν όπως άρχισαν - σε μια κλειστή πόρτα. Οι προσπάθειές του να αποφύγει αυτήν την άβυσσο καταλήγουν στο να γίνεται η γλώσσα του όλο και πιο ακραία. Ακραία, με την έννοια μιας απελπιστικής προσκόλλησης σε λέξεις, συλλαβές, στην προφορά και τους ήχους των γαλλικών. Σε αυτήν τη γαλλική προσευχή, οι λέξεις γίνονται πιο σημαντικές από τις προτάσεις ή το νοηματικό πλαίσιο. Οι λέξεις επαναστατούν ενάντια στο νόημά τους. Αυτό είναι, άλλωστε, ένα χαρακτηριστικό στάδιο της ψυχολογικής κατάρρευσης.

 

C: Με αισθητικούς όρους, οι σκηνές στον δρόμο και η τρεμάμενη κάμερα που συνοδεύει τον Γιοάβ -αλλάζοντας στην ίδια σκηνή από τη δική του, υποκειμενική οπτική στην οπτική από τα έξω- εκφράζουν έναν αποπροσανατολισμό σε σχέση με την πραγματικότητα...  

ΝΛ: Όπως λέει και το τσιτάτο που χαρακτηρίζει τους Γερμανούς εξπρεσιονιστές ζωγράφους, «ζωγράφισε όχι το αυτοκίνητο που περνά, αλλά το συναίσθημα που βιώνεις καθώς περνάει». Η ταινία μου προσπαθεί να κινηματογραφήσει όχι τις όψεις του Παρισιού, αλλά τα συναισθήματα που βιώνει ο Γιοάβ, ή εγώ ο ίδιος καθώς περπατώ στην πόλη. Το βλέμμα του Γιοάβ είναι το βλέμμα του ατόμου που δεν θέλει να δει. Στην αρχή της ταινίας, αρνείται να επισκεφθεί ως τουρίστας τον Σηκουάνα γιατί ψάχνει για ένα άλλο, αυθεντικό, ενδόμυχο Παρίσι - όχι το τουριστικό Παρίσι. Ψάχνει την πόλη που αισθάνεσαι, που νιώθεις χωρίς να κοιτάζεις, χωρίς να χρησιμοποιείς τα μάτια σου· όταν περπατάς με το κεφάλι κάτω, προς το πεζοδρόμιο, και το στόμα σου εκπέμπει ένα συνεχές ρεύμα συνωνύμων. Πώς κινηματογραφείς ένα βλέμμα που δεν κοιτάζει την πόλη; Ή την κοιτάζει διαφορετικά; Έχω την αίσθηση ότι ο Γιοάβ θέλει να δημιουργήσει το δικό του Παρίσι, ελπίζοντας ότι μια μέρα θα μπορέσει να ανήκει σε αυτό. Είναι επίσης μια απόπειρα από την πλευρά μου να βρω το δικό μου Παρίσι, μια πόλη που έχει κινηματογραφηθεί από τόσους πολλούς Γάλλους και ξένους κινηματογραφιστές. Τα πλάνα της περιπλάνησης του Γιοάβ γυρίστηκαν με μια μικρή, φτηνή, σχεδόν πρωτόγονη κάμερα και ένα μικρό συνεργείο - ηθοποιός, εικονολήπτης, ηχολήπτης και εγώ. Αυτή η οικειότητα, στην ουσία, μας επέτρεψε να νιώθουμε πράγματα. Ήθελα αυτά τα συναισθήματα, αυτά τα τρέμουλα, να γίνονται αισθητά και από το σώμα αυτού που τραβούσε, από εμένα ή τον καμεραμάν, καθώς και από το σώμα της ίδιας της κάμερας. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να τραβήξεις έναν άνδρα που τρέμει με έναν τετράγωνο, σταθερό τρόπο. Αντίθετα, πρέπει να τρέμεις μαζί του. Αν, σε εκείνες τις στιγμές, ο κινηματογράφος είναι κίνηση, χορογραφία, δεν υπάρχει κανένας λόγος η κάμερα να μην χορεύει και αυτή μαζί.

 

C: Η ιστορία του Έκτορα και του Αχιλλέα στην πολιορκία της Τροίας αποδίδει αυτό που διαδραματίζεται μέσα στην ταινία την ίδια. Γιατί χρησιμοποιήσατε αυτήν την ιστορία; 

ΝΛ: Με την ταύτισή του με τον Έκτορα, ακόμη και στην ηλικία των τεσσάρων ετών, ο Γιοάβ εξεγείρεται ήδη ενάντια στο ισραηλινό ήθος - που δεν είναι μόνο ένα ήθος νίκης, αλλά και απόλυτης απαγόρευσης της ήττας. Στο Ισραήλ, έχουμε όλοι μεγαλώσει έτσι, και είναι κάτι που πιστεύουμε ακόμα. Δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να χάσουμε, ούτε καν μία φορά. Η Γαλλία, για παράδειγμα, έχει χάσει πολλές φορές. Και είναι ακόμα εδώ. Αλλά για εμάς, η ήττα είναι συνώνυμη με το τέλος. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ταύτιση με έναν ηττημένο είναι μια εξέγερση ενάντια στην αιώνια ιεροποίηση της νίκης και τη μυθική αντίληψη του νικητή ως ήρωα. Μερικοί άνθρωποι μπορεί να είναι διατεθειμένοι να συνδέσουν αυτό το ισραηλινό ταμπού, αυτό το βαθιά ριζωμένο άγχος για τη πιθανότητα της ήττας, με την τραγική εβραϊκή εμπειρία, ειδικά κατά τον 20ο αιώνα. Ο Γιοάβ διαλέγει σκόπιμα την πλευρά των ηττημένων, αλλά ο Έκτορας δεν ηττάται μόνο από τον Αχιλλέα, τον πιο δυνατό άντρα. Ο Έκτορας ηττάται και από έναν ήρωα που είναι ακόμα πιο τρομακτικός από τον Αχιλλέα, τον ίδιο τον θάνατο. Ο θάνατος, όπως μαθαίνει ο Γιοάβ στην ηλικία των τεσσάρων ετών, είναι πιο δυνατός ακόμα και από τον ηρωισμό. Ο Γιοάβ κουβαλάει τον θάνατο στην πλάτη του από εκείνη την εποχή. Πιστεύω επίσης ότι η ασυνείδητη (ή ίσως συνειδητή) επιλογή του Γιοάβ για μια υπαρξιακή αναφορά που προέρχεται από την ελληνική μυθολογία, και όχι από τη Βίβλο (τη «φυσική» επιλογή για έναν Ισραηλινό), είναι ήδη μια επιλογή ενός παρία.

 

C: Τα «Συνώνυμα» προσφέρουν μια σχετικά δύσθυμη απεικόνιση της γαλλικής αστικής τάξης. Η Καρολίν και ο Εμίλ, για παράδειγμα, αποτελούν ένα κορεσμένο ζευγάρι. Μοιάζει να θέλουν να βοηθήσουν τον Γιοάβ, αλλά στην πραγματικότητα επωφελούνται από την παρουσία του για να προσθέσουν λίγο αλατοπίπερο στη σχέση τους.  

ΝΛ: Μέσα στο τρίγωνο Γιοάβ-Εμίλ-Καρολίν αναπτύσσεται μια διακριτική, εύθραυστη ένταση ανάμεσα στο προσωπικό συμφέρον, την εκμετάλλευση, τη γοητεία και την αληθινή αγάπη του ενός για τον άλλον. Αυτή η ένταση συμβολίζει επίσης τη σχέση στοργής-απόρριψης ανάμεσα στο Ισραήλ και τη Γαλλία. Το σώμα του Γιοάβ είναι επίσης το πεδίο ενός πολέμου μεταξύ των ισραηλινών και των γαλλικών θεμελιωδών αξιών. Ο Γιοάβ περιβάλλεται από ανθρώπους που εκπροσωπούν τη μία πλευρά ή την άλλη. Ο Γιαρόν και ο Εμίλ, για παράδειγμα. Οι μνήμες του παρελθόντος από τη μία πλευρά, οι εικόνες του παρόντος από την άλλη. Ο Γιοάβ προχωρά κινούμενος ανάμεσα στο ισραηλινό του σώμα και τις γαλλικές του λέξεις. Από αυτήν την άποψη, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι βασανίζει το σώμα του, ότι πολεμάει το σώμα του.

 

C: Ο Τομ Μερσιέ, ο οποίος παίζει τον Γιοάβ, είναι μια αληθινή αποκάλυψη. Πώς τον βρήκατε; Πώς τον προετοιμάσατε για τον ρόλο; 

ΝΛ: Ο Τομ ήταν στη δραματική σχολή όταν ήρθε στην οντισιόν για τα «Συνώνυμα». Οι ιστορίες που λένε οι άνθρωποι για τις οντισιόν έχουν γίνει σχεδόν κλισέ, αλλά η οντισιόν του Τομ ήταν πραγματικά μια εξαιρετική εμπειρία, εντελώς αξέχαστη για μένα και τη διευθύντρια του κάστινγκ, Ορίτ Αζουλάι. Παρότι έχει δουλέψει με χιλιάδες ηθοποιούς, έπαθε σοκ. Όταν ο Τομ έφυγε από την αίθουσα, ακυρώσαμε τις ακροάσεις της υπόλοιπης ημέρας. Απλά έπρεπε να πάμε για καφέ και να σκεφτούμε τι ακριβώς είδαμε. Δεν ήταν αναγκαστικά η ποιότητα της απόδοσής του, αλλά η παρουσία του - ένας εκπληκτικός συνδυασμός απόλυτης ελευθερίας και σχεδόν ενοχλητικής προσοχής στη λεπτομέρεια. Ήταν ένα άγριο, κτηνώδες, βίαιο, ευαίσθητο και ρευστό μίγμα - με μια όψη παιχνιδιάρικη, ευάλωτη και χαρισματική. Και μια σεξουαλικότητα που είναι αδύνατο να ταξινομηθεί ή να κατηγοριοποιηθεί. Το μίγμα όλων αυτών ήταν, στην πραγματικότητα, ο Τομ ο ίδιος. Συνήθως, μετά από μια οντισιόν, οι ηθοποιοί θα προσπαθήσουν να συνδεθούν με τον σκηνοθέτη ή, αντίθετα, να κρατήσουν την απόσταση τους για να προστατευθούν. Όταν ο Τομ τελείωσε την ακρόασή του..., η οποία κάποια στιγμή πρέπει να παρουσιαστεί δημόσια, επειδή μερικά πράγματα που έκανε ήταν υπέροχα, κάποιοι αυτοσχεδιασμοί του ήταν θαυμάσιοι - και συνήθως δεν μου αρέσει ο αυτοσχεδιασμός. Έκανε πράγματα που ήταν παράξενα, απελευθερωμένα, άγρια, και τη στιγμή που τελείωσε, απλά είπε Shalom, και έφυγε. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να σχετιστεί μαζί μας. 

Πέρα από την ποιότητά του και τα ταλέντα του, ο Τομ είναι ο πιο άμεσος και αυθεντικός ηθοποιός που έχω συναντήσει ποτέ. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά αλήθεια. Η συμβολή του στην ταινία ήταν ολοκληρωτική και, σε κάποιον βαθμό, πέρασε μια αντίστοιχη διαδικασία με εμένα όταν βρέθηκα στην ίδια ηλικία με αυτόν στο Παρίσι. Έμαθε γαλλικά, βυθιζόμενος πλήρως στη γλώσσα. Μετακόμισε στο Παρίσι και διέκοψε εντελώς με το Ισραήλ. Τώρα, ένα χρόνο μετά το γύρισμα, ζει ακόμα στη Γαλλία. Νομίζω ότι η μεγάλη του δημιουργικότητα, η ειλικρίνεια και η εφευρετικότητα του μου ενέπνευσαν ένα είδος ζωτικότητας και ελευθερίας κατά τα γυρίσματα. Μου επέτρεψε να παρεκκλίνω προς το απρογραμμάτιστο, το απροσδόκητο, το άγριο. Πορεύθηκα με τη λεπτομερή, ακριβή ανάλυσή μου, και την πλήρη έλλειψη σχεδιασμού που ενσωμάτωσε ο Τομ.

 

Τώρα που η ταινία έχει τελειώσει, αισθάνεστε ότι έχετε ξεπεράσει τη νεύρωσή σας, τη ρωγμή που συνδέεται με τη διπλή σας σχέση τόσο με τη Γαλλία όσο και με το Ισραήλ;  

ΝΛ: Δεν μπορώ να το πω με κάποια βεβαιότητα, αλλά υποθέτω ότι το να μοιράζεται κανείς τις νευρώσεις του με άλλους μέσω της τέχνης είναι μια μορφή θεραπείας. 

 

Cinematek Τ. 7