Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Μηνιαίο Περιοδικό για τον Κινηματογράφο

Γιαννης Οικονομίδης Μπαλάντα

Γιάννης Οικονομίδης

Συνέντευξη
Ασπασία Λυκουργιώτη

Εκεί όπου οι μπλε νότες συναντάνε τη μαγεία ενός ανατολίτικου κιουρντί, εκεί όπου η στόουνερ ρόκ αντιπαρατίθεται στην καψούρα ενός σκυλοτράγουδου, κάπου εκεί η λιακάδα ενός καθαρού μυαλού εντοπίζει την αβάσταχτη κωμωδία της ζωής μας. Ο Γιάννης Οικονομίδης, με ακραία χιουμοριστική διάθεση, γράφει και σκηνοθετεί  αριστοτεχνικά ακόμα μία πεντακάθαρη ροκ μπαλάντα, την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», που αναφέρεται αντιφατικά σ’ έναν «σκύλο» και έναν σκυλά και μας μιλάει γι’ αυτήν.

Ασπασία Λυκουργιώτη: Θέλεις να μου πεις ελεύθερα δυο λόγια για την ταινία; 


Γιάννης Οικονομίδης: Είναι μια ταινία χαρακτήρων για ακόμα μία φορά. Φόντο επαρχία, ακραίοι ήρωες, ακραίες καταστάσεις, ακραία συναισθήματα, ιστορία πάθους, ιστορία εκδίκησης. Το μεγάλο ερώτημα που μπαίνει είναι αν θα μπορούσε να συμβεί αυτή η ιστορία στην πραγματικότητα. Κι εγώ απαντάω, ναι, θα μπορούσε. Όλα αυτά τα «ακραία» είναι δοσμένα στην ταινία μ’ έναν ρεαλισμό, σαν να έχουν συμβεί με πραγματικούς ήρωες, πραγματικούς χαρακτήρες και από  εκεί πηγάζει και το χιούμορ, το τρελό χιούμορ που έχει η ταινία. Από το ότι οι ήρωες δεν έχουν συνείδηση της γελοιότητάς τους, του πόσο καραγκιόζηδες είναι, γι’ αυτό είναι και τόσο αναγνωρίσιμοι. Γιατί, σε έναν μεγάλο βαθμό, αυτοί οι άνθρωποι στην οθόνη είμαστε και εμείς οι ίδιοι. Ποιος μας λέει ότι, αν κάποιος αποστασιοποιηθεί από εμάς και μας παρατηρεί, δεν θα γελάει μαζί μας, δεν θα σκάσει στα γέλια με αυτά που ζούμε, με τις αναποδιές που παθαίνουμε, με το πώς συμπεριφερόμαστε, με το τι λέμε και το πώς πράττουμε.

ΑΛ: Στην ταινία υπάρχουν δύο ερωτικοί αντίζηλοι που διεκδικούν την ίδια γυναίκα. Δεν ξέρουν πώς να βγάλουν άκρη κι αναλαμβάνουν να λύσουν το πρόβλημα οι μανάδες τους. Θες να μας πεις κάτι γι’ αυτές τις φοβερές μανάδες; 

ΓΟ: Αχ αυτές οι μανάδες. Όλοι με ρωτάνε για τις μανάδες. Ήταν, άλλωστε, και η αρχική ιδέα της ιστορίας. Εμφανίζονται και το κάνουν όλο Φαρ Ουέστ.

ΑΛ: Εμένα μου θύμισαν λίγο τη μάνα στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα. Δεν το είχες στο μυαλό σου, προφανώς.  Αυτή η «μάνα» έχει αναφορές σε όλη τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια, τη Λατινική Αμερική.   

ΓΟ: Όχι, δεν το είχα. Ναι, πιάνει όλο αυτό το πράγμα, με τη «μούρλα» αυτή. Πιάνει Μεσόγειο, Νότια Αμερική. Μου λένε συνέχεια, οι μανάδες κι οι μανάδες και η Ελληνίδα μάνα, η Ελληνίδα ξεμάνα. Δεν είναι αυτό ακριβώς. Είναι δυνατές γυναίκες. Γιατί πού καταλήγουμε στην πραγματικότητα; Στον δυναμισμό των γυναικών. Σε δυνατές γυναίκες. Αυτό είναι όλη η ιστορία.

ΑΛ: Που κάνουν τη δουλειά; 

ΓΟ: Που κάνουν τη δουλειά.

ΑΛ: Σε όλες σου τις ταινίες κινείσαι μεταξύ κωμικού και τραγικού;

ΓΟ: Εδώ πιο πολύ, όμως. Το χιούμορ είναι πιο πριμοδοτημένο. Είναι πιο μπροστά και ο ζόφος έχει κατά πολύ υποχωρήσει. 

ΑΛ: Επιλέγεις συνειδητά σ’ αυτήν την ταινία να είναι έτσι τα πράγματα; Πιο κωμικά, εννοώ. Είναι μια εσωτερική μετατόπιση που μπορεί να έχει συμβεί; Ότι το χιούμορ μπορεί να έχει κι αυτό, εξίσου, πολιτική δύναμη;

ΓΟ: Φυσικά και έχει και πολιτική δύναμη. Και το χιούμορ είναι αναρχικό - αυτού του τύπου το χιούμορ. Είναι λυτρωτικό, αναρχικό. Και έτσι, πώς να στο πω, σε ξανανιώνει, σε τονώνει. Είναι αποκαλυπτικό όλο αυτό, μια καινούργια θέαση του κόσμου. Το να βλέπεις τον κόσμο σαν φάρσα και όχι σαν τραγωδία, σαν κωμωδία και όχι σαν δράμα.

ΑΛ: Το έργο σου θυμίζει, από τη μία, πολύ έντονα Καουρισμάκι και Τζάρμους και, από την άλλη, Αδελφούς Κοέν και Ταραντίνο. Συνδυάζεις, δηλαδή, δύο διαφορετικά μεταξύ τους πράγματα. 

ΓΟ: Μ’ αρέσει αυτό που λες, γιατί όντως είναι ένα θέμα που δεν έχει θιχτεί, ενώ όλοι μένουν στην παράδοση την κοενική και την ταραντινική, του Μακ Ντόναλντ, του Σορεντίνο. Από τη μία, είναι όντως αυτή η παράδοση. Στην πραγματικότητα, όμως, η φόρμα μου, η σκηνοθεσία μου είναι πιο κοντά στον Καουρισμάκι και τον Τζάρμους, στον τρόπο που κατασκευάζουν την ταινία. Είναι ωραίο αυτό που λες, είναι η αλήθεια.

ΑΛ: Η επιλογή σου να γυρίσεις και αυτήν την ταινία στην επαρχία; Πέρα από το ότι δημιουργεί μια ατμόσφαιρα γουέστερν, εκφράζει κάποια προσωπική σου ανάγκη φυγής από το αστικό τοπίο, από τα αστικά «κελιά» που συναντάμε στις πρώτες σου ταινίες ; 

ΓΟ: Ναι, μου αρέσει πια να κάνω ταινίες έξω. Άσε που εκτός Αθηνών συγκεντρώνεσαι και καλύτερα. Μου αρέσει όσο περνούν τα χρόνια, γιατί και φεύγεις από δω, και δεν αποσπάται η προσοχή σου, και γίνεται και πιο ομαδικό το γύρισμα έτσι. Αρχίσαμε δειλά με τον «Μαχαιροβγάλτη», μετά με το «Μικρό Ψάρι» περισσότερο. Αλλά δύσκολα πράγματα. Δεν ξέρω αν και πώς θα ξαναγίνει.

ΑΛ: Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της οικονομικής κρίσης που, δικαίως ή αδίκως, δίνει άλλοθι σε μια χαλαρότητα τύπου «δεν βαριέσαι, ας το στην τύχη του στο γύρισμα και όπως γίνει», εσύ κάνεις ταινίες πάρα πολύ προσεγμένες μέχρι την τελευταία τους λεπτομέρεια. Πέρα από το ότι με ενδιαφέρει το πώς το κάνεις αυτό τεχνικά, πιστεύεις πως κάτι τέτοιο, από μόνο του, έχει πολιτικό πρόσημο;  

ΓΟ: Πάντα πίστευα πως σε αυτό το οποίο αγαπάς τόσο πολύ δεν πρέπει να ασελγείς πάνω του. Δηλαδή, το τιμάς, το σέβεσαι και, άρα, παλεύεις να είναι όλα εκεί, να είναι όλα σωστά. Να μου πεις, είναι και στον χαρακτήρα μου. Αλλά δεν αντέχω την επιπολαιότητα, την οκνηρία, την τεμπελιά, την ελαφρότητα. Κάνεις μια μεγάλου μήκους ταινία, ρε φίλε. Είναι πολλά τα λεφτά. Και θα μείνει. Είναι μια δουλειά που θα μείνει. Θα έρθει ο άλλος να πληρώσει εισιτήριο, πρέπει να τον τιμήσεις, να δει δηλαδή κάτι. Είναι σαν να φτιάχνεις ένα σπίτι με ψεύτικα υλικά. Να κλέβεις στην άμμο, να κλέβεις στο χαλίκι, να κλέβεις από δω, να κλέβεις από κει... Φτηνοδουλειά, δηλαδή. Ενώ τα έχεις πάρει τα λεφτά. Δεν είναι σωστό. Είναι και θέμα αξιοπρέπειας. Ή κάνουμε αυτή τη δουλειά ή δεν την κάνουμε. Ή είσαι καλλιτέχνης ή δεν είσαι. Πρέπει να είσαι και μαστόρι. Να σε ενδιαφέρουν τα πάντα, ακόμα κι η τελευταία λεπτομέρεια.

ΑΛ: Πώς δουλεύεις με το σενάριο, πόσο καιρό σου παίρνει; 

ΓΟ: Κάνα χρόνο.

ΑΛ: Αφήνεις κάποια κομμάτια ανοιχτά, τα οποία δουλεύεις με τους ηθοποιούς; 

ΓΟ: Πολλά. Οι πρόβες, μετά, είναι άλλος ένας χρόνος. Πέρα από τη μάθηση του ρόλου -το μαθησιακό κομμάτι, να παίζουν οι ηθοποιοί φυσικά, ρεαλιστικά κ.λπ.-, ένας άλλος λόγος που κάνω τόσους μήνες πρόβα είναι για να τεστάρω και το σενάριο. Να δω, δηλαδή, αν στο στόμα των ηθοποιών, στα λόγια των ηθοποιών, αυτό που έχω γράψει «ισχύει». Γιατί πολλές φορές γράφεις μια σκηνή, είναι άψογη, είναι σούπερ, είναι μπόμπα στο χαρτί, και πας να τη ζωντανέψεις μετά στην πρόβα και ψοφάει, πεθαίνει, δεν δουλεύει. Φαντάσου αυτό να σου τύχει στο γύρισμα.

ΑΛ: Οπότε, το σενάριο το ολοκληρώνεις μέσα στις πρόβες. 

ΓΟ: Βέβαια, το ολοκληρώνω και το τεστάρω. Το δοκιμάζω, κάνω τεστ ντράιβ, δηλαδή. Αλλά όχι απλά - με μια ελευθερία, με μια ασέβεια προς το σενάριο. Πια ξέρω πολύ καλά ότι είναι ένα πρόσχημα το σενάριο, το οποίο θα αλλάξει, και θα ξαναλλάξει, και θα ξαναλλάξει.

ΑΛ: Είχες ασχοληθεί με την υποκριτική πριν ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία;  

ΓΟ: Όχι. 

ΑΛ: Οπότε αυτή η υποκριτική–συγγραφική τεχνική προέκυψε εγκεφαλικά -από την πλευρά του σκηνοθέτη, δηλαδή-, από την πρώτη σου κιόλας ταινία; 

ΓΟ: Ναι, σε έναν βαθμό, ναι. Αλλά μετά, στην πορεία, άρχισα κι εγώ να παίζω -από τον «Σπιρτόκουτο» και μετά- σε φίλους. Στο «Σπιρτόκουτο» κυνήγησα κάτι που είχα στο κεφάλι μου, μια τεχνική και μια μέθοδο. Κάτι που θα ήθελα να δω στο πανί, στη μεγάλη οθόνη. Ουσιαστικά, η μεγάλη απόφαση ήταν τη στιγμή που συνειδητοποίησα μέσα μου ότι δεν ήθελα να είμαι πλανοθέτης, αλλά δραματουργός. Το πιο σημαντικό στο σινεμά μου, στη δουλειά μου, δεν θα είναι τα πλάνα, αλλά θα είναι ο άνθρωπος. Θα είναι, δηλαδή, η δραματουργία. Που μοιραία σε πάει στο πρόσωπο, σε πάει στον ηθοποιό, σε πάει στο παίξιμο, στην υποκριτική - και πάει λέγοντας. Όχι ότι και τα άλλα, μετά, δεν ήρθαν να κουμπώσουν. Αλλά αυτό που είναι πρωτεύον για μένα είναι ο άνθρωπος.

ΑΛ: Κάθε φορά που βλέπω μια ταινία σου με κάποιον που δεν την καταλαβαίνει, σκέφτομαι τον Βασιλιά Λιρ - που δίνει την περιουσία του στις μεγάλες του κόρες, που του λένε ψέματα ότι τον λατρεύουν, και στη μικρή, που τον αγαπάει πραγματικά, αλλά δεν λέει τίποτα, δεν δίνει τίποτα. Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι που κατηγορούν τον αισθητικό σου τρόπο είναι κάποιοι που δεν μπορούν να δουν το δεύτερο επίπεδο στη συμπεριφορά των ανθρώπων - να καταλάβουν ότι οι άνθρωποι στη ζωή κρύβουν συχνά την ευαισθησία τους, ότι πάνε κόντρα στα συναισθήματά τους; Ή είναι πιο απλά πάλι τα πράγματα; Και το ότι δεν αρέσουν σε κάποιους οι ταινίες σου έχει να κάνει με το ότι κάποιοι θεωρούν ότι ο κινηματογράφος ανήκει στην αστική τάξη και τις αστικές αναπαραστάσεις μόνο; 

ΓΟ: Ε, και; Απορρίπτουν τελείως τον κινηματογράφο; Δεν νομίζω ότι ισχύει το τελευταίο. Απλώς, είναι ένας κόσμος ο οποίος δεν μπαίνει στον κόπο να αναζητήσει και να ψάξει αυτό που προσπαθώ να του πω. Και μετά είναι ένας άλλος κόσμος ο οποίος ταράζεται και απαξιώνει αυτό που κάνω. Ξέρεις, ο καθένας έχει κάποια πράγματα μέσα το κεφάλι του. Δεν μπορείς να τους ικανοποιήσεις και όλους. Εγώ καταλαβαίνω να ενοχλεί κάποιους το σινεμά μου. Αυτό, όμως, που δεν δέχομαι είναι τη βλακεία. Να λένε, δηλαδή, ηλιθιότητες. Ότι δεν αποδέχεσαι, δηλαδή, μια ταινία ή δεν μπαίνεις καν στον κόπο να τη δεις, γιατί έχεις ακούσει ότι έχει σκληρή γλώσσα ή ότι μιλάνε με επαναλήψεις και κάτι τέτοια. Που, εντάξει, είναι χαμηλού επιπέδου επιχειρήματα.

ΑΛ: Έπαθα πλάκα με το ταπεράκι στην ταινία. Που, ενώ «σφάζονται», η μάνα του του δίνει το ταπεράκι με το φαγητό κι αυτός το παίρνει. 

ΓΟ: Εμένα μου αρέσει και ο τρόπος που το είπε η Σοφία σε αυτήν τη λήψη. Τόσο άμεσα και αποφασιστικά· με αυτοπεποίθηση, δηλαδή, πάνω στον τσακωμό τους. Ξαφνικά το έβαλε κι αυτό, out of the blue. Ήταν πάρα πολύ ωραίο. Και η αντίδραση του Μπίλι, βέβαια. Αλλά και η ατάκα που έρχεται, και δεν έχει μπει στα τρέιλερ, και λέει «Να δώσεις και στο κορίτσι». Μ’ αρέσει πολύ αυτή η ατάκα. 

 

Cinematek T. 12