Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, κριτική +προβολές στην πόλη

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος συζητάει με τον Μπάμπη Μακρίδη

Δημήτρης Κανελλόπουλος

Συνέντευξη
Μπάμπης Μακρίδης

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος συζητάει με τον Μπάμπη Μακρίδη για το εντυπωσιακό ντεμπούτο του πρώτου, «Αγέλη Προβάτων».

 

Μ.Μ.: Έχεις ζήσει στην επαρχία καθόλου;

Δ.Κ.: Έχω ζήσει. Έχω μεγαλώσει στην επαρχία, αλλά σε χωριό, όχι σε πόλη.

Μ.Μ.: Ποιο χωριό;

Δ.Κ.: Στο χωριό Δόξα της Αρκαδίας.

Μ.Μ.: Αρκαδία. Επαρχία.

Δ.Κ.: Επαρχία, βαθιά επαρχία. Ειδικά τη δεκαετία του ’70 μέχρι τα μέσα του ’80, που ήμουνα εκεί.

Μ.Μ.: Άρα, έχεις εικόνες και αναμνήσεις από την ελληνική επαρχία.

Δ.Κ.: Ναι, πολύ έντονες. Έφυγα έφηβος από εκεί. Και μάλιστα ήταν και μία επαρχία τότε πολύ ζωντανή. Δεν είχε φύγει ο κόσμος. Τώρα είναι «νεκροταφείο», αλλά τότε ήμασταν, ας πούμε, 100 παιδιά σε γυμνάσιο-λύκειο. Τώρα δεν έχει ούτε σχολείο. Τότε, ήταν σαν αυτά που διαβάζουμε στη λογοτεχνία της υπαίθρου. Ο κόσμος κοιμόταν έξω και τέτοια. Με έναν τρόπο το έχω ζήσει αυτό. Δηλαδή θυμάμαι νυχτερινές, αγροτικές, ας πούμε, εργασίες, τέτοια πράγματα.

Μ.Μ.: Για αυτό, από τις μικρού σου μήκους που έχω δει και την «Αγέλη», πιστεύω ότι οι ταινίες σου έχουν μια ελληνικότητα - αν είναι σωστός ο όρος. Το λέω με την έννοια ότι σπανίζει λίγο ο ελληνικός κινηματογράφος να έχει πλέον μια ελληνικότητα.

Δ.Κ.: Ναι, το έχει αυτό.

Μ.Μ.: Και πάντα μου το έβγαζαν εμένα οι ταινίες σου οι μικρές. Εννοώ, όχι γραφικά. Όμως, ασχολούνται με θέματα και χαρακτήρες που σίγουρα είναι πανανθρώπινοι, αλλά βγάζουν και μια ελληνικότητα. Όπως μου τη βγάζει ο Τσιώλης, για παράδειγμα. Σπανίζει λίγο αυτό το πράγμα στις μέρες μας. Κι εσύ πήγες να κάνεις μια ταινία τώρα στην επαρχία. Και φαντάζομαι τους λόγους. Κλειστή κοινωνία, οι μικρές ομάδες… Ότι από πόρτα σε πόρτα ακούγονται τα κουτσομπολιά και τέτοια. Σωστά;

Δ.Κ.: Όχι, δεν πήγα για αυτό, Μπάμπη. Συμπτωματικά βρέθηκα στην επαρχία. Περισσότερο γιατί το απαιτούσε η ιστορία.

Μ.Μ.: Σε ποια πόλη είναι η ταινία;

Δ.Κ.: Είναι στην Τρίπολη. Για να φτιαχτεί αυτή η ιστορία -εγώ για να τη φτιάξω όπως την είχα στο μυαλό μου-, ήθελα ένα χώρο περιορισμένο. Δεν ήθελα ένα χάος αθηναϊκό. Έτσι θεώρησα.

Μ.Μ.: Πιο κλειστοφοβικό, δηλαδή;

Δ.Κ.: Όχι. Ένας από τους λόγους που με έκανε να πάω να το κάνω στην Τρίπολη είναι γιατί περνούσα από την εθνική και έριξα μια ματιά έτσι και είδα όλη την πόλη συγκεντρωμένη. Είχε γενικό πλάνο. Και λέω, ωραία, εδώ οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους, αλλά χωρίς να είναι και κολλητοί. Ξέρεις. Όλοι ξέρουν τη φάτσα του άλλου, ας πούμε. Και εδώ μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Δηλαδή, τι; Μια ιστορία που θα εμπλέκει έναν αριθμό προσώπων, και αυτό, εν δυνάμει, μπορεί να αφορά όλον αυτόν τον χώρο που ζουν - όπου ζει ένας Χ αριθμός ανθρώπων, πεπερασμένος. Κάτι τέτοιο, με αυτήν την ιδέα, με αυτήν τη σκέψη, δεν μπορούσα να το δω στην Αθήνα. Θα έπρεπε να αλλάξω πολλά και στο στήσιμο της ιστορίας για να το κάνω κάπου εδώ.

Μ.Μ.: Η ταινία, όπως τη διαβάζω εγώ τουλάχιστον… σίγουρα έχει πολλές αναγνώσεις σε διαφορετικούς ανθρώπους, αλλά νομίζω πως το βασικό στοιχείο της είναι η αρρενωπότητα, ο ανδρισμός. Δεν ξέρω αν το διαβάζω σωστά, αλλά παίζεις λίγο νομίζω με το μάτσο, αλλά και όχι συγχρόνως. Δηλαδή όλοι αυτοί προσπαθούν να είναι μάτσο και δεν είναι μάτσο. Σε ενδιέφερε αυτό; Να δεις την αντρική ψυχολογία; Ή θα μπορούσε η αγέλη σου να είναι και γυναίκες;

Δ.Κ.: Καθόλου. Θα μπορούσε να είναι και γυναίκες, ναι. Εκ των υστέρων το ανακάλυψα, γιατί οδηγήθηκα εκεί από την πορεία των πραγμάτων. Θα μπορούσα να είχα βάλει και δύο γυναίκες σε αυτήν την παρέα.

Μ.Μ.: Το μετάνιωσες που δεν έβαλες;

Δ.Κ.: Δεν μπορώ να πω ότι το μετάνιωσα. Το feedback στεκόταν συνεχώς στο πόσο ανδρική είναι η ταινία. Τέλος πάντων, θα μπορούσε να έχει και γυναίκες μέσα. Δεν είχα καθόλου την αρρενωπότητα στο κεφάλι μου, άλλα πράγματα σκεφτόμουν.

Μ.Μ.: Τι σκεφτόσουν;

Δ.Κ.: Σκεφτόμουν, ας πούμε, το πώς κάποιος προσπαθεί να επιβάλει την εξουσία με όποιο μέσο - με πλάγιους τρόπους, με ψέματα και με τη βία στο τέλος. Η τελική πράξη, ας πούμε, είναι μια πράξη επιβολής εξουσίας.

Μ.Μ.: Άρα, ήταν αυτό το θέμα που ήθελες να ασχοληθείς περισσότερο, με τη δύναμη, την εξουσία. Και ποιος είναι ο αρχηγός της αγέλης; Ή αλλιώς, λύκο έχει η αγέλη; Έχει τον εχθρό από έξω; Ποιος είναι ο εχθρός, ο λύκος που κάνει τη ζημιά;

Δ.Κ.: Είναι μέσα στην αγέλη. Είναι ο βασικός πρωταγωνιστής, ο Δημήτρης. Ή νομίζει ότι είναι ή εμείς νομίζουμε. Παραμένει ένα ερώτημα αυτό, κατά πόσο είναι λύκος αυτός ο άνθρωπος. Γιατί οι άλλοι τελικά αποδεικνύεται ότι δεν είναι και τόσο.

Μ.Μ.: Αυτός, όμως, κινεί τα νήματα.

Δ.Κ.: Αυτός, εκατό τοις εκατό, ναι. Οι υπόλοιποι έχουν τη συμβολή τους. Και ο Άρης (Σερβετάλης) έχει μια συμβολή. Είναι μια παρουσία που αντιδράει σε όλο αυτό.

Μ.Μ.: Να σου πω κάτι τώρα για τον Άρη; Όταν ήμουν στην Ισλανδία εγώ και κάναμε τα «Πουλιά», ήταν κι ο Άρης εκεί. Νομίζω ότι είμαι από τους λίγους που αντιλήφθηκαν τη διάθεσή της ταινίας που ετοιμάζατε. Γιατί ο Άρης ξυπνούσε κάθε πρωί, έβαζε τη μασέλα και μας έλεγε, «Καλημέρα». Για να το συνηθίσει, για να το προσαρμόσει. Και έπεφτε τρελό γέλιο. Λέω «όπα, εδώ έχουμε κάτι. Κάτι πάει να γίνει έτσι που έχει και χιούμορ».

Δ.Κ.: Έχει και χιούμορ. Έχει πλάκα με το χιούμορ. Γιατί ταξίδεψα, πήγα Ινδία σε φεστιβάλ, πήγα Βελιγράδι, στο Βερολίνο κ.λπ.

Μ.Μ.: Και πώς το αντιμετώπιζε το κοινό;

Δ.Κ.: Δεν γελάει. Γελάνε εδώ μόνο. Και λέω, εντάξει, προφανώς δεν έχει η ταινία ένα χιούμορ τόσο εξωστρεφές. Αλλά ανακαλύπτω ότι έχει περισσότερο να κάνει με μια καθημερινότητα που την ξέρεις, αν είσαι Έλληνας. Δηλαδή ένα νεύμα, έναν τρόπο…

Μ.Μ.: Ναι. Επίσης, νιώθω ότι η ταινία ασχολείται λίγο με τη φιλία μεταξύ των ανδρών.

Δ.Κ.: Δεν θα το έλεγα φιλία. Υπάρχει, ναι, αλλά και πάλι δεν είχα πρόθεση πάνω σε αυτό. Κάπως προκύπτει όλο αυτό. Υπάρχουν στενοί δεσμοί, ας πούμε.

Μ.Μ.: Αυτοί είναι παιδικοί φίλοι;

Δ.Κ.: Ας πούμε ότι είναι από το σχολείο. Είχα γράψει μια ατάκα -που δεν θυμάμαι αν την έχω κρατήσει- που λέει... Του λέει ο ένας: «Χωρίς παρεξήγηση, ε;». Και απαντά ο άλλος: «Ναι, ρε μαλάκα, στο ίδιο θρανίο με τον αδερφό σου καθόμουνα χρόνια». Οπότε, ξέρεις, υπάρχει αυτό. Εμένα, όμως, αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο δεν ήταν η φιλία, αλλά οι δεσμοί εντός μιας μικρής κοινότητας. Πόσο χαλαροί και πόσο προσεκτικοί μπορεί να είναι. Και πόσο αυτοί οι δεσμοί μπορούν να επηρεάσουν τη συνοχή της ομαδικότητας.

Μ.Μ.: Πολλοί λένε την ταινία σου γουέστερν. Το νιώθουν...

Δ.Κ.: Νομίζω κάπως το ξεκίνησα εγώ αυτό. Αλλά είναι λίγο μαλακία αυτό που κάνουμε, που χαρακτηρίζουμε.

Μ.Μ.: Που βάζεις ταμπέλα, ας πούμε.

Δ.Κ.: Έχει στοιχεία. Δηλαδή, μπορούμε να βρούμε στοιχεία, όπως μπορούμε να βρούμε στοιχεία και από άλλα είδη. Γιατί νομίζω πως, τελικά, ό,τι έχουμε δει, και μας έχει αρέσει, κάπως γράφει μέσα μας.

Μ.Μ.: Υποσυνείδητα δουλεύουν αυτά. Δεν είναι ότι το κάνεις εσύ και έρχονται έτσι.

Δ.Κ.: Πάντα. Δεν υπάρχει, αν θέλεις, πρόθεση σε τίποτα απ’ όλα αυτά.

Μ.Μ.: Μετά το βλέπεις και μπορεί να το ανακαλύψεις.

Δ.Κ.: Κι εσύ μπορεί να μην το βλέπεις και ποτέ, μπορεί και να το αρνείσαι. Όπως αυτό που μου λες για την επαρχία. Για εσένα είναι προφανή τα πράγματα. Για εμένα καθόλου, γιατί δεν είχα αυτό στον νου μου. Άλλο αν η ιστορία το χρησιμοποιεί για να γίνει αυτή που είναι.

Μ.Μ.: Ναι, οκέι. Αυτό όμως είναι και το ωραίο, έτσι δεν είναι;

Δ.Κ.: Ναι, βέβαια. Βέβαια.

Μ.Μ.: Δηλαδή, να κάνεις ένα πράγμα το οποίο μπορεί να έχεις στο μυαλό σου και σιγά-σιγά αυτό όταν τελειώνει... Ξέρεις, όταν λες κλείδωσα το μοντάζ, ησύχασα. Και να δεις κάτι άλλο από αυτό που είχες ξεκινήσει. Γιατί το μοντάζ μπορεί να κάνει την ταινία που έχεις στο χαρτί μια άλλη, τελείως διαφορετική ταινία.

Δ.Κ.: Ισχύει, ναι. Πάντως εγώ δεν δουλεύω έτσι. Μένω πιστός στο ντεκουπάζ, γιατί πιστεύω πολύ στην κίνηση της κάμερας και στον ρόλο που μπορεί να παίξει πάνω στο περιεχόμενο. Δεν θέλω να ξεφύγω πολύ από αυτό. Αλλά σίγουρα αλλάζεις πράγματα.

Μ.Μ.: Αλλάζεις πράγματα. Έστω μια σκηνή που μπορεί να μη λειτουργεί έτσι όπως την έχεις φανταστεί. Αλλά γενικά λέω πως το μοντάζ μπορεί να επηρεάσει πολύ. Στρώνουν πράγματα, χάνονται πράγματα, γεννιούνται πράγματα στο μοντάζ, ας πούμε. Εγώ το πιστεύω πάρα πολύ το μοντάζ. Είναι και πώς έχεις τις σκηνές, πώς τις έχεις δομήσει. Εμένα είναι πάντα λίγο floating. Μπορούν να πάνε σε διαφορετικά σημεία και να γεννηθεί κάτι άλλο πάντα. Γιατί είναι κάπως αυτοτελείς οι σκηνές. Οπότε γίνεται μια άλλη ταινία, όταν μπαίνει στο μοντάζ. Δηλαδή, μπορεί να γίνει. Εσύ, με το που τελείωσες την ταινία, μπήκες στη σουίτα;

Δ.Κ.: Μπήκα σχεδόν αμέσως, ναι.

Μ.Μ.: Ήταν καλό, θεωρείς, αυτό;

Δ.Κ.: Για μένα είναι καλό. Δεν μου αρέσει να τα αφήνω τα πράγματα να κρεμάνε - αν και το κάνω. Δηλαδή στο γράψιμο το κάνω, ας πούμε.

Μ.Μ.: Δεν θέλεις να πάρεις απόσταση, να ξεφύγεις λίγο από το γύρισμα;

Δ.Κ.: Δεν θέλω. Γιατί δεν βλέπω καθόλου υλικό μέχρι να τελειώσει το γύρισμα. Δεν βλέπω τίποτα.

Μ.Μ.: Εντάξει, είναι μεγάλο λάθος να το κάνεις. Συμφωνώ απόλυτα. Να βλέπεις, ας πούμε, πράγματα - dailies, για παράδειγμα. Θα καείς, θα καείς.

Δ.Κ.: Όχι δεν το κάνω, δεν το κάνω. Και τώρα, ας πούμε, με τη Μυρτώ, αυτό που της ζήτησα ήταν, όταν πάω, να δω κάτι όπως το έχει δει αυτή. Και έχει όντως διαλέξει τις καλές λήψεις κλπ.

Μ.Μ.: Ένα assembly, ας πούμε, της ιστορίας σου. Κι εκεί αρχίζει η δουλειά. Άρα, δηλαδή, δεν είσαι στο assembly. Πέταξες σκηνές;

Δ.Κ.: Ναι, πέταξα αρκετές που δεν το περίμενα. Πέταξα αρκετές σκηνές του ντουέτου των κακοποιών. Γιατί, παρόλο που ήταν και αστείες και μας έδιναν αρκετά για αυτήν τη σχέση -που με ένα τρόπο ήταν κάπως σαν υποπλοκή της βασικής ιστορίας-, είδα ότι δεν βοηθούσανε καθόλου τη ροή. Όταν έρχονταν αυτές οι σκηνές, η ταινία πάταγε φρένο, δεν ρόλαρε.

Μ.Μ.: Α, οπότε το μείωσες αυτό.

Δ.Κ.: Ναι, το μείωσα. Υπήρχαν αρκετά περισσότερες σκηνές απ’ όσες έχουν μείνει. Και θα σου πω γιατί.

Μ.Μ.: Πήγαινε το βάρος αλλού, ε;

Δ.Κ.: Ναι, ακριβώς. Δηλαδή φτάναμε στη μέση και έλεγες…

Μ.Μ.: …ποιος είναι τώρα ο πρωταγωνιστής;

Δ.Κ.: Ναι. Και ήταν λίγο λογικό που συνέβαινε αυτό, γιατί είχα ξεκινήσει να γράφω με αυτούς τους πρωταγωνιστές στην αρχή.

Μ.Μ.: Στην πρώτη γραφή, δηλαδή, εξέταζες αυτούς; Πολύ ενδιαφέρον.

Δ.Κ.: Ναι, είχα ξεκινήσει με αυτούς. Όταν αυτοί πήγαιναν εκεί στην επαρχία και άρχισε να φτιάχνεται αυτή η ιστορία, ανακάλυψα ότι ο χαρακτήρας του Λάλου είχε πάρει φόρα και πήγαινε μόνος του. Και λέω, εντάξει, αυτός είναι ο άνθρωπος.

Μ.Μ.: Εντάξει, είναι τρελό, ε; Που πας αλλού και, ξαφνικά, γεννιέται κάτι άλλο στην πορεία.

Δ.Κ.: Μου συμβαίνει συχνά. Και τώρα μου συμβαίνει με κάτι που γράφω. Αλλά έχει πολύ ενδιαφέρον. Αυτό δίνει πολύ…

Μ.Μ.: Ναι, η ιστορία οδηγεί. Γράφεις εύκολα;

Δ.Κ.: Ναι, γράφω πολύ εύκολα. Ναι.

Μ.Μ.: Οπότε για την «Αγέλη», μετά τα ταξίδια στο εξωτερικό και τα φεστιβάλ, θέλεις το κοινό τώρα. Εσύ θέλεις το κοινό, έτσι δεν είναι;

Δ.Κ.: Σαν τρελός. Δεν μπορώ να το διανοηθώ ότι κάνουμε ταινίες…

Μ.Μ.: ...για την πάρτη μας.

Δ.Κ.: …και δεν σκεφτόμαστε τον κόσμο, ας πούμε.

Μ.Μ.: Να σου πω κάτι άλλο. Επειδή μου είπες ότι είσαι σε μια ταινία τώρα και κάνεις ήχο εκεί. Αυτό είναι μια βασική σου ασχολία;

Δ.Κ.: Από αυτό ζω, ναι.

Μ.Μ.: Δεν το κάνεις μόνο βιοποριστικά, ας πούμε. Σε ενδιαφέρει κιόλας ως…

Δ.Κ.: Δεν με ενδιέφερε ποτέ ο ήχος, ποτέ. Δηλαδή άρχισε να με ενδιαφέρει, όταν έγινε ο βιοπορισμός μου. Αλλά είχα πάντα καλή σχέση με τη μουσική. Άκουγα πολλά πράγματα, διαφορετικά και τέτοια. Οπότε, ξέρεις. Ναι, έχω μια σχέση με τον ήχο, αλλά στη Σταυράκου που πήγα δεν είχα σπουδάσει ηχοληψία, φωτογραφία έκανα.

Μ.Μ.: Οι σπουδές σου ήταν φωτογραφία, δηλαδή;

Δ.Κ.: Ναι, φωτογραφία. Στον ήχο μπήκα από σπόντα, ας πούμε.

Μ.Μ.: Ασχολείσαι, δηλαδή, με την εικόνα της ταινίας;

Δ.Κ.: Ασχολούμαι, σε έναν βαθμό.

Μ.Μ.: Στην προετοιμασία;

Δ.Κ.: Κοίταξε. Έτσι κι αλλιώς, επειδή έχω και μια σχέση με τη ζωγραφική και ζωγραφίζω και ο ίδιος…

Μ.Μ.: Α, πιάνει το χέρι σου.

Δ.Κ.: Ναι. Με απασχολεί πολύ το φως. Πάντα με απασχολούσε. Οπότε προσπαθώ να δίνω κάποιες αναφορές στους ανθρώπους πάνω σε αυτό που έχω χτίσει εγώ στο μυαλό μου.

Μ.Μ.: Πρόβες κάνεις;

Δ.Κ.: Λίγες. Δηλαδή αυτό που έκανα τώρα -που είναι και ένας όγκος-, δεν το είχα ξανακάνει στα μικρού μήκους. Στα μικρού μήκους, ίσως και λίγο λόγω άγχους και απειρίας. Αλλά πάλι λίγες ήταν.

Μ.Μ.: Μια ανάγνωση, ας πούμε.

Δ.Κ.: Μια ανάγνωση, ναι. Ουσιαστικά μια ανάγνωση κάνω.

Μ.Μ.: Άρα, ουσιαστικά, όχι πρόβες. Και γιατί αυτό;

Δ.Κ.: Δεν ένιωσα την ανάγκη ότι θέλω κάτι παραπάνω.

Μ.Μ.: Ούτε εγώ κάνω πρόβες. Νομίζω ότι οι πρόβες τον καίνε τον ηθοποιό. Αν έχεις εμπιστοσύνη στον άνθρωπο που έχεις διαλέξει, νομίζω αρκεί.

Δ.Κ.: Ναι, εντάξει. Κάνεις κάποιες συναντήσεις έτσι λίγο για να δεις πώς είμαστε. Πόσο σωστή είναι η επιλογή μας.

Μ.Μ.: Και να μεταδώσεις και λίγο τον τόνο της ταινίας… Εντάξει, η στιγμή που κάνεις το πλάνο σου, έχεις με τη γωνία σου εκεί το φως και μπαίνει μέσα ο ηθοποιός, ό,τι και να έχεις κάνει πριν, εγώ πιστεύω, εκείνη τη στιγμή είναι η αλήθεια. Όμως, ήθελα να σε ρωτήσω, όταν γράφεις το φινάλε, είναι από πριν στο μυαλό σου ή βγαίνει μετά;

Δ.Κ.: Εδώ το φινάλε που είδαμε ήταν έμπνευση τριών εβδομάδων πριν το γύρισμα. Ήταν άλλο το φινάλε. Ξέρεις, ήταν έμπνευση κυριολεκτικά. Γιατί καθόμασταν με την Κατερίνα, με τη βοηθό μου, και κάναμε διαδικαστικά πράγματα. Και, δεν θυμάμαι τώρα, είπε κάτι η Κατερίνα, κάτι εγώ, και είπαμε «Α, γιατί δεν το κάνουμε έτσι;». Τόσο απλά.

Μ.Μ.: Τέλεια. Επίσης, όταν γυρίζεις και πας το βράδυ στο ξενοδοχείο -στην Τρίπολη, ας πούμε-, μπορεί την άλλη μέρα τη σκηνή που έχεις οργανωμένη ήδη να την αλλάξεις, επειδή βλέπεις ότι κάτι δεν έχει λειτουργήσει στην προηγούμενη σκηνή;

Δ.Κ.: Όχι, δεν το έχω κάνει αυτό.

Μ.Μ.: Εντάξει, αυτό είναι τρελό.

Δ.Κ.: Νομίζω επιμένω πολύ να έχω στη σκηνή αυτό που θεωρώ ότι χρειάζομαι. Συνήθως δεν μου παίρνει πολύ. Έχω πάει μέχρι και δέκα λήψεις, αλλά αυτό είναι υπερβολικό. Δηλαδή, στις τέσσερις-πέντε λήψεις είμαι οκέι.

Μ.Μ.: Εμείς στο «L», ας πούμε, αλλάζαμε σκηνές κάθε βράδυ. Ήταν η κόλαση της παραγωγής.

Δ.Κ.: Άλλαζες πρόζα; Άλλαζες χώρο; Τι άλλαζες;

Μ.Μ.: Άλλον χώρο. Δηλαδή είχαμε γύρισμα σε σπίτι κι εγώ έλεγα την άλλη μέρα πάμε στον αυτοκινητόδρομο. Και γινόταν πανικός. Αλλά επειδή με τα παιδιά αγαπιόμαστε, πάλευαν όλη νύχτα και πηγαίναμε και το κάναμε.

Δ.Κ.: Όχι, νομίζω με τρομάζει λίγο αυτό το πράγμα. Όχι για μένα, αλλά για όλο το άλλο, τι θα δημιουργήσει.

Μ.Μ.: Ναι, το σκίζεις. Απλώς, άμα έχεις ανθρώπους οι οποίοι είναι μαζί σου -είναι πολύ σημαντικό-, θα ακολουθήσουν, δεν θα μασήσουν. Και πολύς αυτοσχεδιασμός. Εντάξει, εμένα μου αρέσει αυτό κάπως. Δεν το έκανα στη δεύτερη ταινία. Αλλά στην πρώτη, που γούσταρα κιόλας, λέω, ας το κάνουμε να δούμε τι θα γίνει, ας πούμε. Γι’ αυτό έγινε αυτή η ταραχή.

Δ.Κ.: Εντάξει, έχει την πλάκα του αυτό. Ουσιαστικά είναι μια άλλη ανάγνωση της σκηνής, ε; Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτό το πράγμα. Ξαφνικά είσαι... Από εκεί που έχεις φτάσει στο οχτώ, πας πέντε βήματα πίσω και λες πάλι «να το δούμε».

Μ.Μ.: Έχει πολύ ενδιαφέρον. Απλώς είναι λίγο ριψοκίνδυνο.

Δ.Κ.: Είναι ριψοκίνδυνο, ναι. Εγώ, από την άλλη, σχεδιάζω πολύ στον χώρο όλη την ταινία και την ιστορία. Δηλαδή, μπορεί να μην έχουμε έναν σαφή χάρτη της Τρίπολης στην ταινία, άλλα στο μυαλό μου είναι ξεκάθαρη. Είναι η πλατεία, που τη βλέπουμε, και 200 μέτρα πίσω από δύο μπλοκ είναι το μπακάλικο. Και θέλω και ο θεατής να καταλαβαίνει τον τρόπο που οι ήρωες κινούνται από το ένα στο άλλο.

Μ.Μ.: Έχεις μια κάτοψη, δηλαδή, στο μυαλό σου. Εμένα, ας πούμε, μου αρέσει πάρα πολύ το ρεπεράζ. Γουστάρω, δηλαδή, πάρα πολύ να ψάχνω χώρους. Το πρώτο πράγμα είναι να βρω τον χώρο και μετά πλάθω τον άνθρωπο που θέλω σε σχέση με αυτόν. Ο χώρος θα μου πει ποιος θα είναι ο άνθρωπος. Το οποίο είναι μια πολύ ωραία διαδικασία. Εσύ δεν το κάνεις αυτό.

Δ.Κ.: Το κάνω, αλλά… Μπορεί να είναι και το ίδιο τελικά, τώρα που το σκέφτομαι. Είναι αυτός ο χώρος, ωραία; Έχω έναν χαρακτήρα στο μυαλό μου και έναν χώρο, που δεν ξέρω πώς θα είναι. Και βλέπω τον χώρο, ωραία; Δεν θέλω να είναι ένας χαρακτήρας που κάθεται και μιλάει. Θέλω να δρα μέσα στον χώρο. Ο χώρος δηλαδή κι ο χαρακτήρας, για μένα, είναι ένα. Δεν είναι μια εικόνα, ας πούμε, για να φοριέται ο ηθοποιός μέσα της. Πρέπει να υπάρχει σχέση χαρακτήρα και χώρου.

Μ.Μ.: Είναι μέρος της ιστορίας, της αφήγησης.

Δ.Κ.: Ναι, ακριβώς.