Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Μηνιαίο Περιοδικό για τον Κινηματογράφο

The Boy (Αλέξανδρος Βούλγαρης) - Winona

The Boy (Αλέξανδρος Βούλγαρης)

Συνέντευξη
Ασπασία Λυκουργιώτη, Σόνια Χαραλαμπίδου

Ο The Boy a.k.a. Αλέξανδρος Βούλγαρης, με αφορμή την κυκλοφορία της νέας του ταινίας "Winona" μας παραχώρησε μια σπάνια συνέντευξη, γεμάτη εικόνες, στιγμές και σκέψεις.

 

Ασπασία Λυκουργιώτη: Θα ήθελες να μας πεις ένα περιληπτικό τύπου-βιογραφικό που θα έβαζες, για παράδειγμα, στο οπισθόφυλλο ενός δίσκου;


The Boy (Αλέξανδρος Βούλγαρης): Σκέφτομαι αυτά που έπαιξαν κάποιον ρόλο για μένα, οπότε θα έλεγα ότι γεννήθηκα τη δεκαετία του ’80, μεγάλωσα στο Πολύδροσο, φορούσα από μικρός γυαλιά και είχα κορίτσια για φίλες.


ΑΛ: Σε θυμάμαι πριν από χρόνια να παίζεις πιάνο σε μια παράσταση στο «Αμόρε» και την ίδια περίοδο είχα δει και το «Ροζ» στη Θεσσαλονίκη. Είχα σκεφτεί τότε ότι είσαι ένα περίεργο φαινόμενο, που κάνει τα πράγματα με έναν πολύ δικό του τρόπο, και στον κινηματογράφο και στη μουσική. Πώς θα παρουσίαζες ή θα μίλαγες για τον τρόπο σου στον κινηματογράφο και τη μουσική;


The Boy: Αγαπάω πάρα πολλούς μουσικούς, πάρα πολλούς σκηνοθέτες, αλλά προσπαθώ τις επιρροές μου όχι να τις αφήνω απ’ έξω, αλλά να τις φιλτράρω με βάση αυτό που θέλω να πω. Το βασικό πράγμα είναι ότι δεν θέλω αυτό το οποίο κάνω να είναι κάτι μονοδιάστατο. Έχω στο μυαλό μου..., πώς είναι οι Beatles, για παράδειγμα, ή ο David Lynch στο σινεμά, που βλέπεις ταινίες του και είναι και αστείες και δραματικές και τρομακτικές και καυλωτικές· και κάπως όλα αυτά είναι η εμπειρία της ζωής με έναν τρόπο. Η αλήθεια είναι ότι έχω μια λίστα με πράγματα που για μένα είναι η ζωή σε στοιχεία -είναι 66 στοιχεία-, τα οποία, όποτε κάνω κάτι, από ένα τραγούδι ή μία ταινία, περνάω απ’ αυτή τη λίστα και σκέφτομαι αν μπορώ κάποιο από αυτά τα στοιχεία, ή και όλα, να υπάρχουν μέσα σε αυτό, με σκοπό να είναι μια πιο πλήρης, ζωντανή κατασκευή.


ΑΛ: Θέλεις να μας πεις κάποια από τα 66 της λίστας;


The Boy: Είναι πολύ απλά πράγματα. Από αγάπη, σεξ, θάνατο μέχρι βουνό, θάλασσα, οικογένεια, φαγητό, τέχνη, αντικείμενα διάφορα...


ΑΛ: Και πίσω από κάθε λέξη υπάρχει και η δική σου πρόσληψη σε σχέση με αυτήν;


The Boy: Ναι. Και όταν έχω γράψει μια ιστορία, περνάω από τη λίστα και σκέφτομαι. Γιατί αυτό που έχω δει σε κάποιες ταινίες μου, στο «Κλαις;» για παράδειγμα, ενώ υπάρχουν γύρω στους τριάντα χαρακτήρες, δεν καπνίζει και δεν πίνει κανείς και δεν μιλάει κανείς για θρησκεία ποτέ.  Ή στο «Ροζ» όλες οι σχέσεις είναι με μεγάλη διαφορά ηλικίας. Οπότε κάποια από αυτά γίνονται συνειδητά και κάποια ασυνείδητα. Περνώντας από αυτήν τη λίστα, βλέπω ότι δεν υπάρχει καθόλου το τάδε στοιχείο. Για ποιον λόγο δεν έχω βάλει αυτό το στοιχείο σε μια ολόκληρη πινακοθήκη προσώπων; Και σκέφτομαι πάνω σε αυτό.


Σόνια Χαραλαμπίδου: Μόλις μας έδωσες τον αλγόριθμο της σκέψης σου και του τρόπου με τον οποίο δουλεύεις!


ΑΛ: Ενδιαφέρον. Είχα μια δασκάλα υποκριτικής κάποτε που έλεγε ότι μπορεί να φτιάξει κανείς μια αποθήκη-λίστα ακόμα και από μυρωδιές, στις οποίες να βάζει τα αντικρίσματά του.  Πολλοί καλλιτέχνες το κάνουν αυτό...


The Boy: Κοίταξε, δεν γίνεται αλλιώς, άμα είναι όλη σου η μέρα αυτή η δουλειά. Πήρα μια απόφαση από μικρός, να είναι αυτή η δουλειά μου. Οπότε χρειάζεσαι έναν τρόπο οργάνωσης και έναν τρόπο για να δουλεύεις πιο μεθοδικά. Πώς είναι όταν κάποιος παίζει κιθάρα ή πιάνο και βρίσκει τη στάση σώματος που τον βολεύει - είναι το ίδιο πράγμα. Βρίσκεις τη στάση μυαλού που σε βολεύει. 


ΣΧ: Αυτό που εγώ εισπράττω από τη δουλειά σου είναι μια έντονη αυτοαναφορικότητα. Εννοώ ότι φαίνεται να αντλείς δικά σου, προσωπικά πράγματα και να τα βγάζεις στο έργο σου. Αυτό σε ξοδεύει; Σε κουράζει; Νιώθεις ότι κάθε φορά αφήνεις κι ένα κομμάτι σου πίσω; Κατ’ αρχάς, ισχύει αυτή η υπόθεση που έχω κάνει ή όχι;


The Boy: Θα σου πω. Σχεδόν όλες οι ταινίες πιστεύω ότι έχουν σχέση με το προσωπικό του καθενός. Κάποιοι επιλέγουν αυτό να φαίνεται μπαμ, κάποιοι λιγότερο. Εγώ κάποιες φορές έχω επιλέξει να φαίνεται, κάποιες φορές έχω επιλέξει να είναι πιο κρυμμένο. Κάποιος θα δει το «Ροζ» και, επειδή παίζω εγώ, μπορεί να υποθέσει, λανθασμένα, ότι «Α, παίζει τον εαυτό του». Ενώ στη «Winona», όπου θα δει τέσσερα κορίτσια, μπορεί να μην το σκεφτεί αυτό. Για εμένα, αν με ρωτήσεις, είναι πιο προσωπική ταινία η «Winona». Κάποιες φορές έχω γίνει πιο αυτοαναφορικός, άλλες λιγότερο. Κάποιες φορές -δεν θα το έλεγα ψυχαναλύομαι- προσπαθώ να τελειώνω με πράγματα μέσα μου. Και κάποιες φορές έχω βγει πολύ κερδισμένος ψυχικά από αυτό το πράγμα. Άλλες όχι. Από τη «Winona» βγήκα κερδισμένος. Το «Ροζ» είναι μια ταινία που με ταλαιπώρησε, αλλά ήμουν και μικρότερος και δεν ήξερα πώς να διαχειριστώ το να μπαίνεις και να βγαίνεις σε κάτι δημιουργικό και προσωπικό. Όλο αυτό μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο.


ΑΛ: Πάω λίγο στη «Winona». Είχε πάρα πολύ έντονο για μένα το στοιχείο της performance η ταινία, ήταν όλο από σένα ή οι διάλογοι προέκυψαν από τις πρόβες; 


The Boy: Όχι, δεν κάναμε πρόβες. Προέκυψαν από το γράψιμο.


ΑΛ: Το δικό σου; 


The Boy: Ναι. Ενώ στις άλλες ταινίες δούλευα χρόνια το σενάριο, στη «Winona» γράφτηκε σε πέντε ημέρες και ξαναδουλεύτηκε λίγο ακόμα, πριν από το γύρισμα. Πρόβες δεν κάναμε καθόλου. Κάναμε κάποιες συναντήσεις, να τους πω για ποιον λόγο θέλω να κάνω αυτήν την ταινία, έτσι ώστε να εμπλέξω τους ανθρώπους συναισθηματικά σε αυτό. Να διαλέξουμε τα ρούχα, να δούμε τα τραγούδια, να φάμε καμιά πίτσα και να δούμε καμιά ταινία. Μπορείς να πεις, ένα 2-3% αυτού που βλέπει ο θεατής ότι πάνω στο γύρισμα δοκίμαζαν κάτι τα κορίτσια κι εγώ έλεγα «Ωραίο αυτό, πάμε να το γυρίσουμε». Αυτό, όμως, που είναι πολύ σημαντικό είναι ότι ο τόνος με τον οποίον οι πρωταγωνίστριες έφεραν στην οθόνη τις ηρωίδες τους έχει να κάνει με τη δική τους προσέγγιση. Εγώ είχα γράψει ένα κείμενο που ήθελα να ζωντανέψει πολύ περισσότερο απ’ όσο φαινόταν στο χαρτί. Οπότε άφησα αρκετά ελεύθερες τις ηθοποιούς μου και οι ίδιες, επειδή είναι και έντονα ευαίσθητες, διαμόρφωσαν τον τόνο με τον οποίο προφέρθηκαν αυτά τα λόγια και, άρα, το τι είναι αυτό που θα δει ο θεατής.


ΣΧ: Πόσες μέρες κράτησαν τα γυρίσματα;


The Boy: Πολύ λίγο, οκτώ μέρες. Συνήθως οι ταινίες στην Ελλάδα γυρίζονται σε 30-35 μέρες.


ΣΧ: Είπες προηγουμένως ότι  προσπαθώ να τελειώνω με πράγματα.  Η «Winona» είναι μια ταινία που μοιάζει με μονοπλάνο, με ένα σενάριο που γράφτηκε απνευστί, όπως είπες, χωρίς πρόβες, και αυτή η αυθεντικότητα και ο αυθορμητισμός βγαίνει. Πώς έκλεισε αυτό το κεφάλαιο πίσω σου, τι έδωσες μέσα εκεί και τι έμεινε για πάντα εκεί και δεν το πήρες πίσω;


The Boy: Είναι σίγουρα η ταινία με την οποία είμαι πιο ικανοποιημένος από αυτές που έχω κάνει. Από την άλλη, τα πράγματα που αντιμετωπίζεις σε μια ταινία δεν ξεπερνιούνται. Δηλαδή, αυτό το οποίο λέει κάποιος ότι κάνει αυτοψυχανάλυση με την τέχνη μπορεί να ισχύει, αλλά, όπως με την ψυχανάλυση δεν «αποφοιτείς» εύκολα, έτσι και με τις ταινίες δεν σημαίνει ότι, επειδή θα κάνεις μια ταινία που θα μιλάει για τη σχέση σου με τη μητέρα σου ή τις ερωτικές σχέσεις, πάει και το έλυσες. Το έκανα, σίγουρα με βοήθησε, αλλά έως εκεί. Η «Winona» συγκεκριμένα είναι η ταινία που έκανα πιο γρήγορα από όλες, άλλα για κάποιον λόγο είναι η αγαπημένη μου, και αυτή όπου έφτασα εγώ πιο βαθιά σε αυτό που ήθελα να πω. 


Σ.Χ.: Έχεις αναβιώσει το synth, και μάλιστα έχει φτιαχτεί και μια μουσική κοινότητα γύρω από αυτό. Προβλήθηκε η «Winona» στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στο οποίο επιμελήθηκες ένα αφιέρωμα στα ’80s. Η ταινία έχει αυτήν την καταπληκτική φωτογραφία που δίνει την αίσθηση του φλας μπακ σε μια άλλη εποχή, όπως και τα σκηνικά (οι ομπρέλες, τα αξεσουάρ κ.λπ.). Αναρωτιέμαι αν αυτός ο συνδυασμός των πραγμάτων για σένα είναι μια απόπειρα αναβίωσης, η οποία έχει μια νοσταλγία μέσα της, ή αν αυτή η νοσταλγία -που εισπράττω εγώ τουλάχιστον- έχει να κάνει με μια κίνηση προς τα εμπρός. 


The Boy: Σαν αισθητική, το ρετρό, το βίντατζ, είναι κάτι που δεν με αφορά. Μου φαίνεται φόβος να πας μπροστά, το οποίο εμένα δεν μου ταιριάζει. Πάντα ήμουν παιδί της επιστημονικής φαντασίας και του να δημιουργούμε μύθους της εποχής μας. Από την άλλη, ο χρόνος -και ο πραγματικός και στο σινεμά- ποτέ δεν είναι πραγματικός. Εμείς καθόμαστε εδώ πέρα, λέμε ότι είμαστε στο 2020, αλλά οτιδήποτε υπάρχει πάνω μας και φοράμε υπήρχε και το 1995. Για ποιον λόγο, λοιπόν, εμείς είμαστε στο 2020; Όλοι έχουμε και παλιά ρούχα, όλοι έχουμε και παλιά αντικείμενα, όλοι ακούμε και παλιά τραγούδια. Στα πράγματα που κάνω φτιάχνω τον κόσμο έτσι όπως εμένα με ενδιαφέρει και οτιδήποτε μπαίνει, το οποίο δεν ανήκει εκεί μέσα, το νιώθω βίαιο. 


ΣΧ: Σαν παραβίαση;


The Boy: Ακριβώς. Οι συγκεκριμένες κοπέλες που παίζουν στην ταινία, τα γυαλιά, η φωνή της Δεσποινίς Τρίχρωμη, ο τρόπος που ελέγχει το φως και το βλέμμα ο Σίμος Σαρκετζής και η ευαισθησία με την οποία σχεδιάζουμε τις ταινίες με την παραγωγό μου, την Ελένη Μπερντέ, είναι πράγματα που μου δημιουργούν μια οικειότητα, όπου μέσα σ’ αυτή μπορώ να ηρεμήσω και να πω αυτό το οποίο θέλω να πω. Το οποίο συμβαίνει και με τους χαρακτήρες των κοριτσιών στην ταινία. Τα κορίτσια μοιράζονται τον εαυτό τους με τον θεατή, γιατί ο θεατής παρακολουθεί τα κορίτσια. Για μένα η «Winona» είναι πολύ κοντά στη λογική ταινιών όπως το «Rear Window», όπου ο θεατής είναι παρών. Οπότε παρακολουθείς τα κορίτσια και τα παιχνίδια τους και, όταν πια τα έχεις γνωρίσει και νιώθεις οικεία με αυτά -και, το κυριότερο, νιώθουν οικεία αυτά με εσένα-, μπορούν πια να μιλήσουν για τα μυστικά τους και τον αληθινό τους πόνο.


ΣΧ: Τι θες να μας πεις με τη «Winona»; Εγώ θα έλεγα ότι σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Κάτι που είναι πολύ ζωντανό μέσα από τους στίχους και την υπόλοιπη δουλειά σου. Γενικά, επειδή η δουλειά σου εκφράζει με κάποιον τρόπο τη γενιά των τριαντα-σαραντάρηδων, την εποχή που ζούμε, και είναι πολύ εύστοχη η προσέγγισή σου. Ένιωσα ότι με αυτήν την ταινία σαν να κλείνεις το καπάκι σε μια ολόκληρη εποχή, στη γενιά μας. 


The Boy: Τα νοσταλγικά τα είχα στο «Ροζ» και μου έχει περάσει αυτό το πράγμα. Προσπαθώ να σκέφτομαι στο τώρα, την αισθητική της εποχής μου. Απλά, προσπαθώ να βάλω τη δική μου άποψη για το πώς θα μπορούσε να είναι η εκδοχή της ελληνικότητας της εποχής μας. Αυτό είναι το βασικό πράγμα που με ενδιαφέρει μέσα από αυτά που κάνω. Τη δεκαετία του ’30 ή τη δεκαετία του ’70, είχαν μια άποψη για το τι σημαίνει ελληνικότητα στις ταινίες, στη λογοτεχνία κ.λπ. Και στη δική μας εποχή, τα τελευταία χρόνια, έχει αρχίσει να δημιουργείται η δική μας εκδοχή του τι είναι η Ελλάδα και τι κάνουμε εδώ πέρα. Και για εμένα και πολλούς από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι, τη Δεσποινίς Τρίχρωμη, τον Κτίρια τη Νύχτα, τον Βεσλεμέ, οι συζητήσεις που κάνουμε έχουν να κάνουν με αυτό. Ότι θέλουμε να κάνουμε ελληνικές ταινίες ή ελληνική μουσική, αλλά τη δική μας εκδοχή.


ΣΧ: Εσένα σε λατρεύουν από αναρχικοί ανθέλληνες μέχρι άδειοι χίπστερς, μια τεράστια γκάμα ανθρώπων που αγαπάει και εκτιμάει πάρα πολύ τη δουλειά σου.


The Boy: Και που τη μισεί! (Γέλια).


ΣΧ: Ισχύει. Είναι πολύ σπουδαίο να καταφέρνεις να κάνεις κάποιους να σε λατρεύουν και άλλους να σε μισούν ταυτόχρονα. Δημιουργείς έντονα συναισθήματα. Τι σου λένε όλα αυτά;


The Boy: Όλα τα καλλιτεχνικά πράγματα ασχολούνται με πέντε-έξι ζητήματα, με μοναξιά, οικογένεια κ.λπ. Από κει και πέρα, ο τρόπος που θα το κάνει αυτό ο καθένας έχει να κάνει με μια πολιτιστική παράδοση που πιάνεται και ακολουθεί. Εγώ μπορεί να μεγάλωσα με Doors, Lou Reed, Joy Division, Nine Ιnch Νails, John Carpenter κ.λπ. Οπότε, όταν πάω να γράψω ένα τραγούδι για την αγάπη, γράφω ακολουθώντας αυτό το άρμα. Ο άλλος μπορεί να έχει μεγαλώσει με κάτι άλλο και να γράψει από κείνη την πλευρά. Για το ίδιο πράγμα μιλάμε, όμως. Τυχαίνει εμένα τα πράγματα τα οποία με έκαναν να θέλω να ασχοληθώ με την τέχνη να ήταν κάπως σκανταλιάρικα και enfant terrible λογικής.


Σ.Χ.: Γιατί σε φιλμ η «Winona»;


The Boy: «Γιατί σε ψηφιακό;», πρέπει να ρωτάς (γέλια). Ο τρόπος δουλειάς με το φιλμ απαιτεί μια αυστηρότητα που κάνει τους πάντες πιο αποτελεσματικούς και σοβαρούς στο γύρισμα. Δεν αφήνουν ανοιχτά κινητά, είναι όλοι συγκεντρωμένοι. Οι κοπέλες ήξεραν ότι θα έχουνε μέχρι μία ή δύο λήψεις το πολύ η καθεμία, οπότε ήταν τρομερά προετοιμασμένες από πριν. Έπειτα, ασχέτως του αποτελέσματος των ταινιών μου -αν σε κάποιον αρέσουν ή δεν αρέσουν-, είμαι πάντα πολύ συγκεκριμένος στο τι τραβάω. Οπότε, αν ξέρεις τι θες να τραβήξεις, μπορεί οικονομικά να σου έρθει σχεδόν μία η άλλη το φιλμ με το ψηφιακό. Γιατί, άμα τραβήξεις με φιλμ, τραβάς λιγότερες λήψεις, άρα λιγότερες μέρες γυρίσματος. Πας στο μοντάζ με 10 ώρες υλικό. Αν είχα ψηφιακό, θα είχα 25 ώρες υλικό. Έναν μήνα παραπάνω μοντάζ. Αν πας να διορθώσεις χρωματικά μια ταινία με φιλμ, θα κάνεις 3 μέρες. Σε μια ψηφιακή ταινία, πόσω μάλλον σε μια ταινία που είναι μέρα μεσημέρι με τον ελληνικό ήλιο, θα κάναμε 8 μέρες. Κάμερα με φιλμ, επειδή δεν τραβάνε πολλοί, μπορεί να νοικιάσεις με λίγα λεφτά. Ψηφιακή με τίποτα. Οπότε, για όλους αυτούς τους λόγους, το φιλμ το προτιμώ. Δεν είναι τυχαίο ότι σκηνοθέτες που έχουν την οικονομική δυνατότητα και είναι κάπως στην αφρόκρεμα, γυρνάνε με φιλμ και δεν το διαπραγματεύονται. 


ΣΧ: Πώς τη βλέπεις τη φάση με τον ελληνικό κινηματογράφο; Έγινε ένα μπουμ με τον Λάνθιμο, άρχισαν όλοι να μιλάνε για Greek weird wave και, όντως, έπαιξε πολύ μεγάλη και έντονη κινητικότητα. Τώρα πού βρισκόμαστε;


The Boy: Νομίζω ότι βρισκόμαστε σε καλύτερη φάση από εκείνη που βρισκόμασταν λίγο πιο πριν, γιατί έγινε ένας πανικός, βοηθήθηκαν οι ταινίες, βγήκαν παραέξω. Κάποιες ταινίες ήταν καλές, κάποιες δεν ήταν. Πάντα γίνεται αυτό. Πιστεύω ότι, σ’ αυτήν τη φάση, έχουμε αρκετούς σκηνοθέτες, κινηματογραφιστές, ηθοποιούς που ξέρουν τη δουλειά. Δυστυχώς, δεν είναι όλοι καλλιτέχνες. Αλλά και ποιος είναι αυτός που θα το αποφασίσει; Και επειδή δεν υπάρχει βιομηχανία εδώ πέρα, όλοι αναγκαστικά κάνουμε ταινίες πολύ προσωπικές.


ΣΧ: Κι αυτό είναι κακό;


The Boy: Νομίζω ότι αυτήν τη στιγμή έχουμε περισσότερο arthouse σινεμά απ’ όσο θα έπρεπε και έχουμε μέτριο εμπορικό σινεμά -τελευταία καλύτερο, και με την «Ευτυχία» του Άγγελου πιο κινηματογραφικό-, και δεν υπάρχει το middleground. 


ΣΧ: Τι είναι αυτό που θα το έφερνε στο middleground;


The Boy: Σε κάποια φάση πρέπει να αρχίσει να σε απασχολεί αυτός ο τόπος και να κάνεις ταινίες για εδώ. Θα κάνεις μια ταινία νομίζοντας ότι θα πας στην Αμερική, αλλά δεν θα πας. Θα κάνεις μια δεύτερη, δεν θα πας. Ε, στην τρίτη έχεις γίνει 35-40-50 χρόνων, είσαι εδώ πέρα, έχεις αρχίσει να ακούς ελληνική μουσική, βλέπεις ελληνικό σινεμά -ας πούμε οι προβολές της «Χαμένης Λεωφόρου», που έγιναν στο «Άστορ». Θεωρώ ότι θα είναι ο βασικός άξονας επιρροής του τι θα γίνει στο ελληνικό σινεμά τα επόμενα 10 χρόνια. Οπότε πιστεύω ότι θα γίνουν ταινίες πιο ελληνικές και ότι θα υπάρχει μια καλύτερη σχέση του κόσμου με το κοινό. Αλλά, σου λέω, εμένα μου λείπει το middleground, που μπορείς να πεις ότι ήταν το «Suntan». Δεν υπάρχουν ταινίες των 50.000 εισιτηρίων, των 30.000 ή των 80.000. Το αγαπημένο μου σινεμά είναι το αυστραλέζικο - και η δύναμη του είναι ακριβώς αυτό το middleground. 


ΣΧ:Τι είναι αυτό που λείπει; Λείπει το σενάριο;


ΑΛ: Ή αυτό που κάνουν στη Γαλλία; Με την έννοια ότι δεν είναι ο σκηνοθέτης μόνος του στο σύμπαν, ότι υπάρχει ένα σύστημα, μια δομή που τον στηρίζει.


The Boy: Νομίζω ότι λείπει ο χώρος. Πάει ένα παιδί να κάνει την πρώτη του ταινία· και τι βλέπει στην Ελλάδα; Ότι, αν θέλει να κάνει εισιτήρια, πρέπει να κάνει ιστορική υπερπαραγωγή ή προσβλητική κωμωδία και η μοναδική άλλη οδός είναι τα φεστιβάλ. Που, για να πάει στα φεστιβάλ, πρέπει να κάνει μια ταινία που να αφορά τα φεστιβάλ, άρα να μην έχει έντονα ελληνικές αναφορές. Οπότε, δεν υπάρχει η αγορά για το ενδιάμεσο. Υπάρχουν, όμως, κάποιοι που τολμούν να δημιουργήσουν αυτήν την αγορά. Δηλαδή, στο «Suntan», που λέμε, έκανε μια προσπάθεια ο Αργύρης για κάτι, για το οποίο δεν ήταν σίγουρο ότι θα υπήρχε ενδιαφέρον, και πέτυχε. 


ΣΧ: Θεωρείς ότι θα είχε πρόβλημα μια ταινία που είναι καθαρά ελληνική -με την έννοια που το βάζεις εσύ, ότι αναφέρεται καθαρά στο σήμερα, στο τώρα του εδώ- να παιχτεί σε ένα φεστιβάλ;


The Boy: Να παιχτεί σε ένα φεστιβάλ μπορεί όχι, αλλά εμένα μου έχει τύχει παραγωγοί να μου πουν για σενάριό μου ότι είναι πολύ ελληνικό, ότι έχει αναφορές που δεν θα τις πιάσουν οι ξένοι. Αν θέλω, όμως, να κάνω μια ταινία για τη μουσική κοινότητα, μπορεί να θέλω να έχει κάποιες αναφορές. Πώς βλέπεις μια ταινία αμερικανική που θα μιλήσει για τον Eλτον Tζον; Μπορεί να θέλω να κάνω μια ταινία και να μιλάω για τον Σαββόπουλο, την Πλάτωνος, τον Μούτση. Πάντως, εγώ πιστεύω ότι είμαστε σε καλή φάση και θα μπούμε σε καλύτερη τώρα. 


ΣΧ: Είσαι αισιόδοξος;!


The Boy: Πάντα! (Γέλια).


ΣΧ: Πώς τη βλέπεις την Αθήνα; Πώς τη βλέπεις τη φάση του εδώ και του τώρα; 


The Boy: Εγώ την αγαπάω την Αθήνα. Μου φαίνεται λίγο άσχημο να βλέπω επικριτικά κάτι το οποίο είναι τόσο σημαντικό κομμάτι του εαυτού μου. Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι από άλλες κουλτούρες εδώ. Όλο αυτό θα αφήσει κάτι αδιανόητα σημαντικό στον τόπο, που ούτε που μπορούμε να το φανταστούμε τώρα. Γίνονται πράγματα, υπάρχει queer κοινότητα και σκηνή ολοζώντανη με μουσική και ταινίες, που κάποτε όλο αυτό το πράγμα ήταν κλειστό και underground. Γίνονται αλλαγές ακραία σημαντικές. Όπως αυτό που γίνεται στην ελληνική μουσική: Μπορεί να είναι άγνωστα αυτά τα σχήματα με τα περίεργα ονόματα, αλλά το ότι αυτήν τη στιγμή υπάρχουν πάνω από 150 μουσικά σχήματα, χωρίς να βάζω το hip-hop, που είναι άλλα 150, τα οποία δοκιμάζουν τα όρια του ελληνικού στίχου, καινούρια μουσική, ελεύθερη, χωρίς κολλήματα τεχνικά ή σεξουαλικά ή το τι θέμα θα θίξουν, είναι πολύ σημαντικό. Θα έπρεπε να είχαν γραφτεί 150 σοβαρά κείμενα για το τι συμβαίνει. Στο ελληνικό σινεμά έχουν γίνει όλα αυτά τα πράγματα και, επί της ουσίας, ένα-δύο σχετικά σοβαρά κείμενα έχουν γραφτεί - κι αυτά σε έντυπα που αφορούν κυρίως τον χώρο μας. Δεν έχει κάτσει κάποιος να ασχοληθεί σοβαρά. Πέραν των δυσκολιών, όμως, μου αρέσει να είμαι θετικός. 


ΣΧ: Λες σε έναν στίχο σου «Θυμάμαι τότε που δεν είχα φωνή». Πώς είναι να έχεις φωνή; Σε ανακουφίζει; Σου βγάζει ένα βάρος από πάνω σου να εκφράζεσαι μέσω της τέχνης ή όχι;


The Boy: Νιώθω ότι είναι κάτι που πρέπει να το κάνω. Αλλά δεν περνάω καλά με αυτό, σπανίως. Ούτε ζω καλά με αυτό, εννοώ οικονομικά. Ούτε οι αντιδράσεις απέναντι σε αυτό που κάνω είναι πάντα καλές. Και πολλές φορές είναι «βαρέα και ανθυγιεινά»: κουβαλάς ένα αρμόνιο 20 κιλά, μόνος, με το ΚΤΕΛ και γυρνάς την Ελλάδα μες τον χειμώνα.  


ΣΧ: Εντάξει, δεν είναι τόσο δημοσιοϋπαλληλίστικο όσο το περιγράφεις...


The Boy: Tο κάνω όσο πιο δημοσιοϋπαλληλίστικα θα μπορούσε να γίνει για αυτήν τη δουλειά.


ΣΧ: Στον τελευταίο σου δίσκο, την «Παραδουλεύτρα», κάπως άλλαξε συνολικά η ενορχήστρωση.


The Boy: Μετά τη «Winona» άρχισε να γίνεται πολύ σημαντικό για μένα το να περνάω καλά με τα πράγματα που κάνω και να μην είμαι τελείως μόνος μου σε αυτά. Οπότε στον τελευταίο δίσκο είπα ότι θα κατεβάσω παρέα και αυτό επηρέασε και τον ήχο μου. 


ΑΛ: Η σύγκρουση που προκύπτει μέσα από την έκφραση ενός καλλιτεχνικού έργου -που γεννά κάποιες αντιδράσεις- σου δημιουργεί μια εσωστρέφεια, μια τάση κλεισίματος σε μια μικρότερη ομάδα;


The Boy: Αυτό λέω επί της ουσίας. Το πιο δύσκολο με την τέχνη είναι ότι πρέπει να κάνεις κάτι και για τον άλλον, πρέπει να αγαπάς τους ανθρώπους. Και το πιο δύσκολο για μένα ορισμένες φορές είναι αυτό. Μου είναι δύσκολο να νιώσω ότι αυτοί που είναι απέναντι δεν είναι εχθροί μου.


ΑΛ: Αυτό το είδα στη «Winona». Είδα μια εσωστρέφεια μεταξύ των κοριτσιών και μια απόλαυση να προκύπτει από αυτήν την εσωστρέφεια, το οποίο δεν μπορεί να το κρίνει κανείς αρνητικά ή θετικά. Απλά, είναι κάτι δικό σου.


The Boy: Ναι. Από την άλλη, στη «Winona» ήμουν όσο πιο απλός και αγαπησιάρης έχω υπάρξει. Επέτρεψα στον εαυτό μου να κάνει κάτι πολύ πιο προσβάσιμο απ’ ό,τι συνήθως.


ΣΧ: Στη «Winona» τα κορίτσια περνούν μια φαινομενικά τέλεια μέρα στην παραλία. Για σένα πώς θα ήταν μια τέλεια μέρα;


The Boy: Κάθε φορά που βλέπω την ταινία, νιώθω ότι είναι μια μέρα που μου αρέσει πολύ. Μ’ αρέσει αυτό το οποίο κάναμε. Οπότε, αυτήν τη στιγμή, η ιδανική μου μέρα θα ήταν να ξαναγυρνούσαμε σε εκείνη την παραλία με όλα τα παιδιά και να συνεχίζαμε την ταινία. Αυτό.

 

Cinematek T.11