Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Μηνιαίο Περιοδικό για τον Κινηματογράφο

Αντρέας Χόρβατ

Αντρέας Χόρβατ

Συνέντευξη
Γιαν Λούμχολντ

Ο αναγνωρισµένος Αυστριακός σκηνοθέτης ντοκιµαντέρ Αντρέας Χόρβατ («This Ain’t No Heartland», «Earth’s Golden Playground») στην πέµπτη µεγάλου µήκους ταινία του, µε τον τίτλο «Λίλιαν», ακολουθεί τα βήµατα µιας γυναίκας από την Ανατολική Ευρώπη που ταξίδεψε από τη Νέα Υόρκη στη Ρωσία µε τα πόδια.

 

C: Η ταινία «Λίλιαν» είναι αφιερωμένη σε κάποια Λίλιαν Άλινγκ, «η οποία εξαφανίστηκε ενώ προσπάθησε να περπατήσει από τη Νέα Υόρκη μέχρι τη Ρωσία». Πόσο καιρό υπήρχε στο μυαλό σας αυτή η ιστορία; 

Αντρέας Χόρβατ: Για δεκαπέντε χρόνια. Συνάντησα έναν συγγραφέα που μόλις επέστρεψε από την Αλάσκα, ο οποίος μου διηγήθηκε την ιστορία αυτής της γυναίκας. Δεν μπόρεσα να κοιμηθώ εκείνο το βράδυ. Άρχισα αμέσως να βλέπω εικόνες στο μυαλό μου, που είχαν σχέση με τα δικά μου πορτρέτα της Βόρειας Αμερικής από ταινίες και φωτογραφικά βιβλία. Ήξερα τους τόπους και τις περιοχές που διέσχισε και αισθάνθηκα ότι θα μπορούσε να γίνει μια φανταστική ταινία. Ξεκίνησα να ψάχνω χρηματοδότηση. Το 2009, ήρθα σε επαφή με μια καναδική εταιρεία, αλλά η προσπάθεια απέτυχε. Στη συνέχεια ξεκίνησα τη συνεργασία μου με μια αυστριακή εταιρεία, η οποία με έστειλε στην Αλάσκα. Η συνεργασία αυτή οδήγησε σε μια άλλη ταινία, το «Earth's Golden Playground», που είχε ως θέμα τους χρυσοθήρες του Ντόσον Σίτι στο Γιούκον του Βορειοδυτικού Καναδά. Όμως, η «Λίλιαν» ακόμη δεν είχε γυριστεί. Τότε ανέλαβε την παραγωγή του πρότζεκτ ο Ούλριχ Ζάιντλ. Και να ’μαστε εδώ τώρα να συζητάμε για την ταινία.

C: Και πώς βρήκατε την πρωταγωνίστριά σας; 

ΑΧ: Μέσα από μεγάλη απελπισία και εξετάζοντας επτακόσιες υποψηφίους. Δεν θέλαμε κάποια ηθοποιό. Βάλαμε αγγελίες στις εφημερίδες αναζητώντας γυναίκες που τους αρέσει η περιπέτεια. Τότε συνάντησα την Πατρίτσια Πλάνικ μέσω κάποιων κοινών φίλων - η ίδια είναι φωτογράφος και εικαστικός. Είχε ακριβώς αυτό το ιδιαίτερο «κάτι», ήταν αποφασισμένη, αποφασιστική και, ταυτόχρονα, ευάλωτη. Η Λίλιαν ψάχνει κάτι και δεν ξέρουμε τι και η Πατρίτσια μας μεταφέρει αυτό το μυστήριο με τέλειο τρόπο.

C: Η πραγματική Λίλιαν ξεκίνησε το ταξίδι της στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Αποφασίσατε να μεταθέσετε την ιστορία σε ένα σύγχρονο περιβάλλον. Γιατί; 

Ήθελα γενικές, «συμβολικές» εικόνες. Πήγαμε στα μέρη όπως είναι σήμερα. Επίσης, για να βελτιώσουμε την αίσθηση του ντοκιμαντέρ, δεν είχαμε σενάριο. Είχαμε κάποιες χαλαρές ιδέες, αλλά χωρίς δομημένες σημειώσεις. Είχαμε ένα storyboard σε ολόκληρη την ταινία.

C: Δεν ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο αυτό;

Πολύ. Και γι’ αυτό ήταν πολύ δύσκολο να χρηματοδοτηθεί. Είχαμε τουλάχιστον μία ολοκληρωτική καταστροφή στην εύρεση πόρων - στο Φεστιβάλ Visions du Réel στη Νιόν της Ελβετίας. Οι άνθρωποι εκεί δεν είχαν καμία ιδέα για το πώς θα ήταν αυτή η ταινία. «Θέλουμε να δούμε τι συμβαίνει στον δρόμο», είπαμε. Οι δυνητικοί υποστηρικτές απλώς κούνησαν το κεφάλι τους.

C: Πόσο καιρό πήρε το γύρισμα; 

Ήμασταν στις ΗΠΑ για εννέα μήνες, ταξιδεύοντας τη διαδρομή από τη Νέα Υόρκη στην Αλάσκα. Έπειτα επιστρέψαμε για να κάνουμε ένα πρώτο μοντάζ και ξαναπήγαμε για να γυρίσουμε περισσότερο υλικό. Τα γυρίσματα έγιναν με βάση τη χρονολογική σειρά, εκτός από τις σκηνές στον Βερίγγειο Πορθμό, που τις γυρίσαμε στην αρχή. Ήμασταν το πολύ πέντε άτομα στην ομάδα, συμπεριλαμβανομένης της Πατρίτσια, η οποία συνέβαλε με πολλές καταπληκτικές ιδέες.

C: Είναι όλοι οι χαρακτήρες που συναντάμε στην ταινία πραγματικοί; Είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι που συναντήσατε καθ’ οδόν; 

Ναι, με δύο εξαιρέσεις: ο τύπος από το πορνό στην αρχή και ένας τρελός χωριάτης που δεν είναι πραγματικά τρελός. Οι υπόλοιποι ήθελαν με χαρά να συμμετάσχουν και να συνεργαστούν μαζί μας. Οι Αμερικανοί είναι υπέροχοι σε αυτά τα πράγματα - περισσότερο από τους Ευρωπαίους. Το έχω παρατηρήσει.

C: Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για τη συνδρομή του Ούλριχ Ζάιντλ στο πρότζεκτ; Είναι μια τρομερή προσωπικότητα ο ίδιος. Επηρέασε με κάποιον τρόπο την οπτική της ταινίας;

Λοιπόν, μερικές από τις ταινίες του, όπως το «Dog Days», με έχουν επηρεάσει πάρα πολύ. Ίσως κάτι τέτοιο να φαίνεται στο έργο μου. Αλλά συναντηθήκαμε και απλά είπε «Βλέπω ότι ξέρεις τι θέλεις - κι εγώ θα το κάνω να γίνει». Και το έκανε. Ήρθαμε σε επαφή ελάχιστες φορές και δεν επικοινωνήσαμε ούτε μία φορά κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων· κανένα τηλέφωνο, κανένα email, μόνο η γενναιοδωρία του. Δεν γνωρίζω καν αν του αρέσει η ταινία. Αλλά πίστεψε σε έναν τύπο που πήγε στην άγρια φύση με μια άγνωστη μη ηθοποιό, προκειμένου να κάνει γυρίσματα για έναν χρόνο χωρίς σενάριο. Αυτό είναι μεγάλο ρίσκο. Και το πήρε.

C: Η «Λίλιαν» έχει ταξινομηθεί ως η πρώτη ταινία μυθοπλασίας που γυρίζετε μετά από μια σειρά ντοκιμαντέρ. Έχετε κάποιες σκέψεις για αυτόν τον νέο χαρακτηρισμό; 

Διαπίστωσα, προς έκπληξή μου, ότι προτάθηκα ακόμα και για το Βραβείο της Χρυσής Κάμερας στις Κάννες. Έγινα ξαφνικά σκηνοθέτης ταινιών μυθοπλασίας; Είναι δύσκολο να πω κάτι τέτοιο. Δημιουργικά, αισθάνομαι ότι βρίσκομαι τώρα σε ένα σταυροδρόμι, χωρίς να έχω ιδέα για το πού θα πάω στη συνέχεια. Προσωπικά, δεν βλέπω την ταινία αυτή ως ένα πρότζεκτ μυθοπλασίας, αλλά περισσότερο ως ένα τέλειο μείγμα φαντασίας και πραγματικότητας. Η «Λίλιαν» δεν θα έμοιαζε ποτέ όπως είναι τώρα, αν δεν την αγκάλιαζε η οπτική του ντοκιμαντέρ. 

 

Cinematek T. 9