Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

Κάποτε στη λεωφόρο Πατησίων το σινεµά δεν χρειαζόταν φορολογική ενηµερότητα

Ελίνα Ψύκου

Συναντήθηκα µε το σινεµά στη λεωφόρο Πατησίων, στις παραλλήλους και τις καθέτους της. Ράδιο Σίτυ, Άττικα, Art Studio, Αχιλλέας, Ίλιον, Μπροντγουέι. Το συνάντησα παρέα µε κάποιους λίγους συµµαθητές, φίλους, γνωστούς και τη µαµά µου, αλλά κυρίως µόνη µου. Τότε ήµουν ακόµη ντροπαλή, πολύ ντροπαλή, δυσκολευόµουν µε τα λόγια, δεν µπορούσα να πω ούτε τα απλά, ας πούµε να µπω σ’ έναν φούρνο και να ζητήσω µια τυρόπιτα. Κι έτσι το σινεµά µού φάνηκε µια ωραία ιδέα, ένας ωραίος τρόπος να επικοινωνώ µε τον κόσµο χωρίς να χρειάζεται να πολυµιλάω. Είπα, λοιπόν, θα γίνω σκηνοθέτης, χωρίς βέβαια να καταλαβαίνω και ακριβώς τι κάνει ο σκηνοθέτης. Αρκεί που θα κάνω ταινίες σκέφτηκα, ταινίες που θα λένε όλα τα νοήµατα που δεν µπορώ να πω µε τις λέξεις. Και ποιος ξέρει ίσως κάποτε τις δει ένα ντροπαλό κορίτσι στην υπόγεια αίθουσα µιας λεωφόρου και πει θα κάνω κι εγώ ταινίες...

Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια και έγινα σκηνοθέτης. Με τον καιρό απέκτησα και µια µεγαλύτερη ευκολία µε τα λόγια και έπαψα να είµαι ντροπαλή. Μπορώ πια και µπαίνω και στους φούρνους. Ζητάω τυρόπιτα, milko, πιροσκί και καλαµάκι. Όµως ακόµη δεν έχω βρει τις λέξεις για να εξηγώ τι κάνει ο σκηνοθέτης και γι αυτό όταν καµιά φορά παίρνω ταξί κι ο οδηγός µε ρωτάει τι δουλειά κάνω, απαντάω λογίστρια. Όσες φορές το ρίσκαρα και είπα πως είµαι σκηνοθέτης, ο ταξιτζής µε ρώτησε σε ποιο σήριαλ παίζω κι έτσι πια κι εγώ απαντώ πως είµαι λογίστρια, µια και κανείς δε θα µε ρωτήσει τι είναι η λογιστική, αφού όλοι ξέρουν τι είναι, ή και να µην ξέρουν δεν έχει σηµασία, σηµασία έχει πως όλοι έχουν µια λογίστρια ή έναν λογιστή, άρα η λογιστική είναι κάτι σηµαντικό, σπουδαίο και απαραίτητο... Έχω πια λοιπόν πειστεί πως ποτέ µου δε θα βρω τις λέξεις για να εξηγήσω ποια είναι η δουλειά µου, οπότε δε θα επιχειρήσω να το κάνω ούτε και τώρα. Ήθελα µόνο να µοιραστώ µια σκέψη...

Στην Πατησίων έκλεισαν τα σινεµά, περπατώ και δεν αναγνωρίζω τα µέρη. Πουθενά το Ράδιο Σίτυ κι ο Αχιλλέας. Με τροµάζει αυτή η υλική απουσία των αναµνήσεών µου. Είναι σαν να µην έζησα ποτέ εκεί, σαν να µην έκλαψα, γέλασα και τρόµαξα. Κι ενώ τα σινεµά κλείνουν, τα στενά γύρω από τη λεωφόρο γεµίζουν µε λογιστικά γραφεία. Η λογιστική νίκησε το σινεµά. Στη ζυγαριά η πρώτη κρίθηκε απαραίτητη, το δεύτερο περιττό. Και η φαντασία όχι µόνο δεν κατάφερε να µπει στην εξουσία, αλλά, αλίµονο, η εξουσία παρείσφρησε στη φαντασία. Κι εγώ τελευταία νιώθω όλο και πιο πολύ ταπεινωµένη και αδύναµη. Ταπεινωµένη από την κάθε µορφή εξουσίας, τόσο από αυτή που συνοµιλεί µαζί µου τύποις ισότιµα σε µακρόστενα τραπέζια συνεδριάσεων, όσο και από αυτή που µου κουνάει το δάχτυλο σε διαδρόµους, γραφεία, ασανσέρ, τηλέφωνα, προθαλάµους, άρθρα, Facebook status, ουρές και φουαγιέ. Ταπεινωµένη για τις επιλογές µου. Ταπεινωµένη επειδή επέλεξα να κάνω ταινίες. Ταπεινωµένη που ζητώ χρηµατοδότηση από το κράτος για να τις κάνω. Ταπεινωµένη, παρότι τα λεφτά που παίρνω από το κράτος για να κάνω ταινίες, τα επιστρέφω µέσω των ίδιων των ταινιών στο κράτος, σε ασφαλιστικές εισφορές, έµµεσους και άµεσους φόρους, και όσα περισσεύουν τα βάζω στις ταινίες και όχι στην τσέπη µου και δηµιουργώ ανάπτυξη (ναι, ναι ανάπτυξη καλά διαβάσατε) και θέσεις εργασίας. Ταπεινωµένη, παρόλο που µια ιδέα µου θα γεννήσει ένα σενάριο και αυτό το σενάριο θα δώσει δουλειά σε ενδυµατολόγους, σκηνογράφους, διευθυντές φωτογραφίας, µοντέρ, µακιγιέρ, κοµµωτές, ηχολήπτες, ηλεκτρολόγους, οπερατέρ, φροντιστές, µακινίστες, ηθοποιούς, κοµπάρσους, σχεδιαστές ήχου, µιξέρ, κολορίστες, µουσικούς, γραφίστες, ξενοδοχεία, κέτερινγκ, ταβέρνες, µοδίστρες, ξυλουργούς, ελαιοχρωµατιστές, δικηγόρους, ασφαλιστές, λογιστές και ορκωτούς λογιστές, βεστιάρια, µαγαζιά µε ρούχα και έπιπλα, επιχειρήσεις που νοικιάζουν κάµερες και φώτα, καταστήµατα που πουλούν αναλώσιµα, βενζινοπώλες και σταθµούς διοδίων... Ταπεινωµένη, µολονότι ρισκάρω να εκθέσω, είτε επιτυχηµένα είτε αποτυχηµένα, τις ιδέες µου και δεν κάθοµαι απλά στον καναπέ µου να κρίνω τις ιδέες των άλλων. Ταπεινωµένη, αν και ενώ εργάζοµαι 7 µέρες την εβδοµάδα, χωρίς ωράριο και διακοπές, δυσκολεύοµαι κάθε µήνα να πληρώσω τις υποχρεώσεις µου. Ταπεινωµένη γιατί οι ταινίες µου δεν κάνουν νούµερα, αφού είµαι κουλτουριάρα σε µια χώρα που ορισµένοι αποφάσισαν πως η λέξη κουλτούρα είναι βρισιά. Ταπεινωµένη γιατί δεν κάνω µια δουλειά «κανονική», αφού δεν µπορώ να την εξηγήσω µε λόγια και αριθµούς και άρα για κάποιους δεν είναι δουλειά...

Σκέφτοµαι πως η εξουσία µε νίκησε. Με ταπείνωσε και µε αποδυνάµωσε τόσο που δυσκολεύοµαι να βρω το κουράγιο να κάνω κι άλλες ταινίες. ∆ηλαδή να περιµένω δυο χρόνια να µου απαντήσουν οι κρατικοί κινηµατογραφικοί οργανισµοί αν τους αρέσει ή όχι το σενάριο µου, κι αν σκοπεύουν να το χρηµατοδοτήσουν. Να βάζω στον πάγο τους ξένους παραγωγούς που ενδιαφέρονται να βρουν χρήµατα γι’ αυτό στις χώρες τους (αφού για να µπορέσουν να το κάνουν πρέπει πρώτα να υπάρξει η απάντηση των ελληνικών οργανισµών). Να ακούω τους κάθε λογής εκπρόσωπους της εξουσίας να µου µιλάνε σαν να είµαι σκουπίδι, λιγούρι, µικροαπατεώνας ή και µεγαλοαπατεώνας. Να µε αναγκάζουν να σφραγίζω παραστατικά και να γεµίζω δεκάδες ντοσιέ µε αποδείξεις, τιµολόγια, φωτοτυπίες και εµβάσµατα, προκειµένου να χορτάσω τα γραφειοκρατικά τους τέρατα που µε περιµένουν στη γωνία για να µε κατασπαράξουν. Να µε αγνοούν. Και ξανά και ξανά να µε ταπεινώνουν. Κι όσο εγώ προσπαθώ να κάνω ταινίες, τόσο να βάλλονται να µε αποµυζήσουν, να µε ρουφήξουν, να µε στεγνώσουν, να µε συντρίψουν, γιατί το πάθος και η τρέλα µου τους χαλάει τα νούµερα, τα στατιστικά δεδοµένα, τους αλγόριθµους, τη λογιστική τους ισορροπία και κανονικότητα. Κι έτσι όλο και πιο συχνά κάποιος Λογιστής-αξιωµατούχος, ή Λογιστής-υπάλληλος κινηµατογραφικού οργανισµού, ή Λογιστής-δηµοσιογράφος βρίσκεται µπροστά µου για να µου θυµίσει βίαια πως 1+1=2, µισώντας µε επειδή εγώ ταξιδεύω µε το νου και το αεροπλάνο, ενώ αυτός θα πεθάνει µε κολληµένη την καρέκλα στο µυαλό και στον πισινό του...

Κι έτσι ταπεινωµένη όπως είµαι, περπατάω ξανά στη λεωφόρο Πατησίων κι αυτή τη φορά αντί να µετράω λογιστικά γραφεία, προσπαθώ να θυµηθώ τις ταινίες που πίσω στα µακρινά 90s είδα εκεί. Trois couleurs: Bleu, The crying game, Underground, Where the heart is, Smoke, Butterfly kiss, Clean shaven, Edd Wood, Απόντες, La flor de mi secreto... Ξέρω καλά πως αυτές µου έµαθαν όσα δεν µου έµαθε κανείς άλλος, ούτε το σχολείο, ούτε η οικογένεια και οι λοιποί συγγενείς. Μου έµαθαν πως στη ζωή δεν υπάρχει καλό και κακό, σωστό και λάθος, ανορθόδοξο και ορθόδοξο, παρά φύσιν και κατά φύσιν. Πως η ζωή δεν είναι αριθµητική και δεν µπαίνει σε κουτάκια. Πως µπορεί µια ζωή να είναι κι έτσι και την ίδια στιγµή να είναι κι αλλιώς. Πως 1+1 δεν κάνουν πάντα 2. Όµως όλα αυτά που µου έµαθαν οι ταινίες δεν αρέσουν στους Λογιστές, δεν αρέσουν στο παρακράτος τους. ∆εν τους αρέσουν, και κάνουν τα πάντα για να τα εξαφανίσουν. ∆εν τους αρέσουν γιατί τους φέρνουν αντιµέτωπους µε τη µονότονη και ανέµπνευστη κανονική ζωή τους...

Και µ’ αυτά και µ’ αυτά έφτασα στο τέρµα της Πατησίων, µε τα πόδια, δεν πήρα ταξί γιατί βαρέθηκα να λέω ψέµατα πως είµαι λογίστρια, µπήκα στο ζαχαροπλαστείο Χαρά, δεν ντράπηκα να ζητήσω ένα παγωτό σοκολάτα, το έφαγα και πήγα απέναντι στο σπίτι µου, ξάπλωσα, κοιµήθηκα και ονειρεύτηκα πως είµαι 17, ντροπαλή µα ταυτόχρονα δυνατή, θαρραλέα και περήφανη, έχω βουλιάξει στο κάθισµα του µικρού Άττικα και αποφασίζω να γίνω σκηνοθέτης, χωρίς να ξέρω αυτό τι σηµαίνει και που θα µε πάει... 

 

Cinematek Τ. 7

ελινα ψυκου
Η Ελίνα Ψύκου είναι σεναριογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός («Η Αιώνια Επιστροφή του Αντώνη Παρασκευά», «Ο Γιος της Σοφίας»). Συχνά, όταν για όλους τους παραπάνω λόγους ταπεινώνεται, σκέφτεται να παρατήσει τον κινηµατογράφο και να δουλέψει στο λογιστικό γραφείο των γονιών της, που βρίσκεται σε ένα στενό κοντά στη λεωφόρο Πατησίων.


Το κείµενο είναι αφιερωµένο σε όσους σεναριογράφους, σκηνοθέτες και παραγωγούς αισθάνονται συχνά ταπεινωµένοι από µεσάζοντες, µεταπράτες, γραφειοκράτες και λοιπούς εσωστρεφείς διαχειριστές οφφικιούχους. Ταπεινωµένοι από όλους αυτούς που δε θα είχαν καν αντικείµενο εργασίας αν εµείς δεν ξυπνούσαµε ένα πρωί µε µια καλή ή κακή ιδέα και δεν παίρναµε το καλλιτεχνικό και οικονοµικό ρίσκο να την πραγµατοποιήσουµε.