Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

            Περιοδικό κινηματογράφου

Σινεμά, κριτική & προβολές στην πόλη

Poor things | κριτική

Poor things | κριτική

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Σύνοψη:
Η απίστευτη ιστορία Μπέλα, μιας νεαρής γυναίκας που επαναφέρει στη ζωή ο ανορθόδοξος επιστήμονας Δρ. Μπάξτερ. Η Μπέλα μαθαινει γρήγορα και διψασμένη από την εμπειρία που στερείται, το σκάει με τον Ντάνκαν, έναν αμοραλιστή δικηγόρο, σε μια περιπέτεια περιπλάνησης σε όλες τις ηπείρους. Απελευθερωμένη από προκαταλήψεις και στεγανά, η Μπέλα δίνει αποφασιστικά μια μάχη για ισότητα και ελευθερία.


 

Του Θοδωρή Δημητρόπουλου

Δύσκολο πράγμα η εξέλιξη: Το ζητούμενο είναι η μεταβολή, η πρόοδος, μα δίχως μια σφιχτή αλυσίδα ανάμεσα στα διαδοχικά στάδια που επιφέρουν την μεταμόρφωση, δεν έχεις ακριβώς εξέλιξη. Όσο μια άμορφη αλλαγή. Σαν μια πόλη όπου δίπλα σε κακοδιατηρημένα ετοιμόρροπα, εγείρονται πολυτελή φουτουριστικά κτίρια: Δεν ανήκει ούτε στο παρελθόν, ούτε στο μέλλον, παρά μόνο σε μια ασαφή ερμηνεία της στιγμής. Το Poor Things δεν σε αφήνει ποτέ να ξεχάσεις από πού ήρθαμε για να φτάσουμε εδώ. Η ιστορία είναι μια ξέφρενη οδύσσεια χειραφέτησης, ναι, όμως το κάθε στάδιο χτίζει στο προηγούμενο με τρόπο που η ταινία τελικά είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια συρραφή επεισοδίων – είναι μια πλατφόρμα με ανοδική φορά, στο τέλος της οποίας νιώθεις να απογειώνεσαι.

Παρατηρείς το πρόσωπο της Μπέλα Μπάξτερ, μιας γυναίκας-Φρανκενστάιν με τον εγκέφαλο ενός νεογέννητου μες στο σώμα μιας ώριμης γυναίκας, μια ολοκαίνουρια ύπαρξη που μαθαίνει τα πάντα από την αρχή. Παρατηρείς τις εκφράσεις, τις κινήσεις της. Τους ρυθμούς της ομιλίας της. Τον τρόπο που σκέφτεται. Σε αυτό το ταξίδι δε σταματά ποτέ να φέρει (περήφανα!) τα ίχνη του παρελθόντος. Καθώς μαθαίνει και αφομοιώνει στοιχεία σε αυτό το συναρπαστικό ταξίδι της σε μια ποπ steampunk παραμυθένια εκδοχή του κόσμου, οι νέες ιδέες, οι νέες έννοιες, οι νέες κινήσεις έρχονται και δένουν με ό,τι υπήρχε εκεί προηγουμένως, και το να παρακολουθούμε αυτά τα μικρά αλλά σημαντικά βήματα δεν παύει ποτέ να είναι καθηλωτικό. Μια ηρωίδα γραμμένη ως ένα άθροισμα εμπειριών και ερεθισμάτων από τον Τόνι Μακναμάρα
(«Η Ευνοούμενη») που εμπλουτίζει το ρυθμό και τη δομή της ομιλίας της. Και παιγμένη μέσα από ένα ολοκληρωτικό περφόρμανς καριέρας από την Έμμα Στόουν σε μια άκρως σωματική ερμηνεία, καθώς η Μπέλα εμπλουτίζει σταδιακά την κινησεολογία της, το κοίταγμά της, την κορμοστασιά της.

Η Μπέλα περιτριγυρίζεται από άντρες που σε κάποιο βαθμό θέλουν (είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι) να την ελέγξουν. Τον επιστήμονα Γκόντγουιν “God” Μπάξτερ που την δημιούργησε επειδή τα δίχως συναισθηματικό ή ηθικό έλεγχο πειράματα είναι ο μόνος τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο. (Ο Γουίλεμ Νταφόε σε μια περίεργα τρυφερή, πληγωμένη ερμηνεία κάτω από ένα πανέμορφα γκροτέσκο πρόσωπο.) Τον νεαρό γιατρό Μαξ Μακάντλς που μαγεύεται από την αθωότητά της κάνοντάς την grooming έστω και με έναν παθητικό τρόπο. (Ο Ράμι Γιούσεφ απολαυστικός, μοιάζει πάντοτε μπερδεμένος και έκπληκτος από ό,τι συμβαίνει γύρω του – σε μια σκηνή επεξήγησης λέει ένα έκπληκτο μονολεκτικό «…τι;!» με τρεις διαφορετικούς τρόπους μέσα σε 20”.) Τον ύπουλο συμβολαιογράφο Ντάνκαν Γουέδερμπερν που την ταξιδεύει στον κόσμο αλλά στην πραγματικότητα θέλει να την ελέγξει κι αυτός, να της μάθει τον κόσμο με τον δικό του τρόπο. (Ο Μαρκ Ράφαλο σε μια hall of fame κωμική ερμηνεία, ένα ζωντανό καρτούν.)

Συναντά και γυναίκες, αλλά με εκείνες η Μπέλα είναι υπό μία έννοια πάντοτε σε ένα πιο ευθύ, επί ίσοις όροις επίπεδο συνεννόησης. Ακόμα και με εκείνη που δεν αντέχει να την βλέπει, ή με εκείνη που την βάζει να δουλεύει στον οίκο ανοχής της στο Παρίσι. Παίρνει κι από εκείνες πάρα πολλά, μέσα από σχέσεις πολύ πιο ανοιχτές. Οι άντρες είναι συναρπαστικοί στο πλαίσιο ενός τέτοιου κειμένου. Το «Poor Things» αρνείται να δει κανέναν ως άμεμπτο υπόδειγμα ηθικής ακεραιότητας – η Μπέλα εξάλλου τους αποκαλεί όλους «τέρατα» σε μια σκηνή προς το τέλος της ταινίας. Αρνείται, όχι για να πει πως «ε, όλοι
έτσι είναι», αλλά για να υπογραμμίσει τους τρόπους με τους οποίους κάποιοι εξ αυτών παίρνουν τη συνειδητή απόφαση να εξελιχθούν, να προσαρμοστούν, να ανήκουν στον κόσμο που η Μπέλα θέλει να χτίσει γύρω της.

Βλέπουμε τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους κοιτά τη Μπέλα καθένας, τι θέλει από αυτήν – και τι παίρνει κι η Μπέλα με τη σειρά από τον καθένα, τι μάθημα ζωής. Αποκτώντας σιγά σιγά πάθη και σεξουαλικές ορμές, αναπτύσσοντας φιλοσοφικές ανησυχίες και κοινωνικοπολιτική συνείδηση, που έρχονται όλα να πλαισιώσουν μια ανεξαρτητοποίηση που κερδίζεται μία μάχη τη φορά. Τα ταξίδια της Μπέλα αποτελούν μια εκτεταμένη μεσαία πράξη για αυτό το ρυθμικά αντισυμβατικό φιλμ, του οποίου η τρίτη πράξη είναι ένα ορμητικό κρεσέντο εξελίξεων, ανατροπών και αποφάσεων, συμπιεσμένων σε λιγοστό χρόνο. Υπό μία έννοια, είναι μια δομή που αντικατοπτρίζει κάτι από τη ζωή: Τα αντίστοιχα «ταξίδια» ωρίμανσης και εμπλουτισμού του κάθε ατόμου είναι που τελικά καταλαμβάνουν τον περισσότερο χώρο στην αρχειοθέτηση της ζωή μας.

Πάνω στο θαυμάσιο, και εξαιρετικά άστείο, σενάριο του Μακναμάρα (βασισμένο στο μυθιστόρημα «Χαμένα Κορμιά» του Άλιστερ Γκρέι που ο Λάνθιμος ήθελε να μεταφέρει στο σινεμά από όταν ακόμα έκανε ταινίες στην Ελλάδα), ο Γιώργος Λάνθιμος συναντά κι εκείνος μια δική του εξελικτική διαδικασία, προκαλώντας και ερχόμενος σε διάλογο με το παρελθόν του. Το «Poor Things» διατηρεί συγγενικούς δεσμούς με τον «Κυνόδοντα» εξάλλου, κι όχι απλά επειδή η πρώτη πράξη του φιλμ είναι αφιερωμένη σε μια αντισυμβατική οικογένεια σε ένα δικό της μικρό σύμπαν, με τον Γκόντγουιν να μην επιτρέπει στη Μπέλα να έρθει σε επαφή με τον έξω κόσμο. Αλλά κι επειδή συναντάμε κι εδώ αυτή την έντονη σχέση σωματικότητας και εμπειρικής κατανόησης του κόσμου που διατρέχει όλη τη φιλμογραφία του Έλληνα σκηνοθέτη, μια πηγαία
και ειλικρινή θεατρικότητα που λειτουργεί ως κλειδί, αλλά και μια διάθεση (ή ακόμα και αναγκαιότητα) για επανανοηματοδότηση κάθε αντικειμένου και έννοιας από την αρχή. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κι ο Λάνθιμος ταξιδεύει προτού επιστρέψει πίσω στο εμβληματικό του αριστούργημα, αλλά αντί να κοιτάζει προς τα πίσω ή να στέκεται στο ίδιο σημείο, αφομοιώνει κι εκείνος, κοιτάζοντας –πλέον– προς τα έξω.

Σε ένα σύμπαν κουστουμιών που λένε την ιστορία μιας ζωής, φτιαγμένων από κάθε υλικό, σε κάθε σχήμα και με κάθε χρώμα (από την Χόλι Γουάντινγκτον, από τα φαβορί για Όσκαρ)· της μουσικής του Τζέρσκιν Φέντριξ να εντείνει την αίσθηση ανακάλυψης ή θαυμασμού, αλλά και φόβου, και απόγνωσης και γέλιου, σε ένα πολυεπίπεδο score που είναι το πρώτο ορίτζιναλ για ταινία του Λάνθιμου· την σκηνογραφία των Σόνα Χιθ και Τζέιμς Πράις που χτίζει πάνω σε αναγνωρίσιμα στοιχεία του κόσμου μας για να δημιουργήσει μια τεταμένης πραγματικότητας, πολύχρωμα φαντασιακή εκδοχή της βικτωριανής εποχής· τους σταθερούς συνεργάτες του Λάνθιμου, Ρόμπι Ράιαν στη διεύθυνση φωτογραφίας και Γιώργο Μαυροψαρίδη στο μοντάζ, κεντάνε πάνω στην εικόνα και στο ρυθμό.
Μέσα σε αυτό το σύμπαν, ο Λάνθιμος κι η Στόουν μοιάζουν κι οι ίδιοι σχεδόν εντυπωσιασμένοι από τα όσα ανακαλύπτουν, από τα όσα μπορούν να εκφράσουν.
Είναι σαν, κι εκείνοι, να μαθαίνουν νέες λέξεις.

//

Cinematek 19