Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Μηνιαίο Περιοδικό για τον Κινηματογράφο

Παιχνίδι με τη Φωτιά

Ο σκηνοθέτης Αλέξης Αλεξίου γράφει για το «Παιχνίδι με τη Φωτιά» του Λη Τσανγκ-Ντονγκ

 

8 ολόκληρα χρόνια μετά την «Ποίηση» (Poetry, 2010), ο Lee Chang-dong - ένας από τους πρωτεργάτες του Κορεατικού κινηματογραφικού θαύματος (στο οποίο συνεισέφερε έχοντας διατελέσει μέχρι και υπουργός πολιτισμού) - επιστρέφει με μια ακόμη παραπλανητικά απλή, στην ουσία της πυκνή και σύνθετη, σπουδή χαρακτήρων. Η ιστορία σε επίπεδο πλοκής συνοψίζεται στο σχήμα ενός τυπικού ερωτικού τριγώνου: Ο Jongsu, ένα φτωχόπαιδο από την επαρχία που προσπαθεί να γίνει συγγραφέας, συναντά στη Σεούλ την όμορφη Haemi με την οποία μεγάλωσαν μαζί στο ίδιο χωρίο. Ο Jongsu θα την ερωτευτεί αλλά εκείνη θα ενδώσει στη γοητεία του Ben. Ο τελευταίος είναι ένα πλουσιόπαιδο που οδηγεί Πόρσε, ξέρει όλα τα κυριλέ μαγαζιά, φοράει πλεχτά με V και ισχυρίζεται πως βάζει φωτιά σε θερμοκήπια για να σπάει πλάκα. Όταν η Haemi εξαφανίζεται από το πρόσωπο της γης, ο Jongsu αρχίζει να υποπτεύεται τον Ben.

Από την αναπαράσταση - σε αντίστροφο κινηματογραφικό χρόνο - της πτώσης ενός άνδρα και ενός ολόκληρου έθνους στο αριστουργηματικό Peppermint Candy (1999), μέχρι το ασφυκτικό πορτραίτο μια γυναίκας και μιας μικρής κοινότητας σε κρίση (Little Sunshine 2007), ο Κορεάτης δημιουργός καταφέρνει να μπλέκει αριστοτεχνικά το μελόδραμα με το θρίλερ πλάθοντας εμβριθείς ανθρωποκεντρικές αφηγήσεις με έντονο πολιτικό υπόβαθρο. Η σημερινή Σεούλ, όπως παρουσιάζεται στο «Παιχνίδι με τη Φωτιά», είναι ένας κόσμος δύο ταχυτήτων. Είναι ένας κόσμος που ανήκει σε αυτούς που έχουν. Αυτοί που δεν έχουν δεν δικαιούνται να τον επιθυμούν. Η Κορέα της ταινίας μοιάζει διχασμένη, αιχμάλωτη σε μια αέναη πάλη με τα δίπολα. Βορράς και Νότος, ύπαιθρος και πόλη, αγρότες και μεγαλοαστοί, χρέη και χρήμα, ανεργία και αφθονία.

Σε πρώτο επίπεδο, η ιστορία της ταινίας αφορά στην ερωτική εμμονή, στον πόθο, στην καύλα της νεότητας αλλά και στον φθόνο που ταΐζει τους δαίμονες της ανθρώπινης ψυχής. Αυτό όμως που περισσότερο από όλα μοιάζει να δηλητηριάζει τη νεανική ψυχή του Jongsu είναι η ενοχή του για αυτό που είναι, η αδυναμία του να αποδεχθεί ή να ξεπεράσει την - βιολογική και ταξική - καταγωγή του. Η φύση όπως και η επιφάνεια των πραγμάτων είναι συνήθως παραπλανητική. Από την πρώτη σκηνή συνάντησης του Jongsu με την Haemi (όπου η τελευταία εξηγεί πως το μυστικό στην παντομίμα είναι να ξεχάσεις αυτό που δεν υπάρχει) η ταινία θέτει διαρκώς ερωτήματα για το φαίνεσθε και το είναι, για την αλήθεια και το ψέμα. Κάθε ατάκα που ακούγεται από τα στόματα των ηρώων μοιάζει συχνά με μεταφορά για κάτι άλλο. Η κατάβαση του Jongsu είναι τελικά ένα ταξίδι εμμονής, ενοχής ή ψευδαισθήσεων; Αυτό που οπλίζει το χέρι του είναι ο έρωτας, το αίσθημα της αδικίας, η ζήλια, το ταξικό μίσος ή το DNA της βίας που κληρονόμησε από τον πατέρα του; Ο Lee Chang-dong ξέρεις καλύτερα από όλους πως κάποιες απαντήσεις δεν είναι ούτε εύκολές ούτε προφανείς. Το μόνο σίγουρο: η Κορέα έχει άφθονα θερμοκήπια που περιμένουν να καούν.

 

Cinematek T. 1