Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

Λια Τσαλτα

Λία Τσάλτα | Σινεμά στο όριο

Της Λίας Τσάλτα

 

«A Woman Under the Influence», «Titicut Folleys», «One Flew Οver the Cuckoo’s Nest», «Ο Άνθρωπος που Ενόχλησε το Σύμπαν». Όλες τους ταινίες για την τρέλα. Όλες τους ταινίες που ιχνηλατούν το όριο. Αυτό είναι το σινεμά που αποζητούμε - γιατί αυτό είναι το σινεμά που φωτίζει το σκοτάδι. Μιλάμε για το σινεμά που χαρίζει απλόχερα το χέρι στον συνάνθρωπο. Που εξερευνά τις πιο σκοτεινές πτυχές της ύπαρξης και ακροβατεί στο μεταίχμιο - να μην ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις.

Η Mabel, η ηρωίδα του Κασσαβέτη με τις ψηλές ροζ κάλτσες, δέχεται στο σπίτι της την επίσκεψη του ψυχιάτρου. Τον κάλεσαν η μητέρα της και ο άντρας της. Η Mabel χορογραφεί την τρέλα. Δεν θέλει χάπια - αποζητάει μόνο την αγάπη. Ο ψυχίατρος την κλείνει σε κλινική. Όταν η Mabel γυρίζει από την κλινική, τίποτα δεν είναι ίδιο - αλλά και όλα μοιάζουν ίδια. Οι αμήχανες στιγμές οδηγούν στη λύτρωση. Μια γνώριμη δυσλειτουργική οικογένεια που πασχίζει να θεωρηθεί κανονική. Και υπάρχει αγάπη. Υπάρχει πολλή αγάπη. Τα λόγια του συντρόφου της, Nick, το αποδεικνύουν, εμπερικλείοντας μέσα τους όλο το νόημα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης: «Η Mabel δεν είναι τρελή, είναι ασυνήθιστη. Δεν είναι τρελή, γι’ αυτό μη λέτε ότι είναι τρελή».

Από την άλλη, ο Frederick Wiseman κινηματογραφεί την τρέλα μέσα στο ίδρυμα, σε ένα ντοκιμαντέρ προβοκατόρικο, σκληρό, που φλέγεται - απαγορευμένο στις ΗΠΑ για 24 συναπτά έτη. Ένας παρανοϊκός, ο Vladimir, φοβάται ότι του δηλητηριάζουν τον καφέ. Στην επίσκεψη αυτής της σκηνής το βλέμμα των γιατρών είναι, και φαίνεται, εξουσιαστικό. Οι γιατροί καπνίζουν αργά. Aγνοούν τις εκκλήσεις του για ελευθερία. Ο εξουθενωμένος από τον εγκλεισμό Vladimir επαναλαμβάνει ότι ο χώρος της κλινικής τού κάνει κακό. Ο γιατρός δείχνει να αδιαφορεί. Διώχνουν τον ασθενή και αρχίζουν την αμπελοφιλοσοφία για το τι αυτός χρειάζεται, και τι όχι, για να γίνει καλά.

Όσο για τον Μilos Forman, αναπαριστά την εξουσία ιατρών και νοσοκόμων μέσα στο ίδρυμα με τον καλύτερο τρόπο. Με πρωτοστάτη τον McMurphy, που αντιδρά σε κάθε ιδρυματικό κανόνα, ο Forman σκηνοθετεί μια ανταρσία των τρελών που αποδρούν για να καταλήξουν μέσα σε μια μεγάλη βάρκα, ακολουθώντας τα λόγια του Foucault, ο οποίος στην «Ιστορία της Τρέλας» μάς υπενθυμίζει την οδύσσεια των ψυχικά νοσούντων στα μεσαιωνικά Narrenschiff του Ιερώνυμου Bosch - τα πλοία των τρελών. Έτσι και στην ταινία «One Flew Οver the Cuckoo’s Nest», το πλοίο με τους «τρελούς» χάνεται στον ορίζοντα, κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό του, με τους ασθενείς να χαίρονται το θαλασσινό αεράκι και την ελευθερία τους, βάζοντας πλώρη για το άγνωστο.

Ο Ψυλλάκης, αντιθέτως, μπαίνει στο ίδρυμα και παραχωρεί την κάμερα στους ασθενείς. Ο πρώτος ασθενής σηκώνει το βλέμμα και την κάμερα προς τα πάνω. Να δει τον ήλιο κατάματα, να δει τα δέντρα, την αμπουρνελιά. «Είδα τον Θεό», λέει, καθώς στρέφεται στον ουρανό. Αυτή η στιγμή είναι μαγική,· ο λόγος δίνεται στον αποκλεισμένο. Ο άνθρωπος συναντά τον δημιουργό του μέσα απ’ το βιζέρ. Και βλέπει τον ήλιο -αυτόν τον ήλιο που φωτίζει τη μαύρη τρύπα της ζωής του μέσα στο ίδρυμα-, ο οποίος, όπως λέει, «μοιάζει με αχινό». Τώρα την κάμερα την παίρνει άλλος ασθενής, και τη στρέφει κι αυτός ψηλά. «Ω, ρε, πράματα ωραία»[…] «σαν σινεμά, ρε!», αναφωνεί. Πώς μπορεί κανείς να μην αγαπήσει αυτούς τους χαρακτήρες; Και πώς θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί και να γράψει τέτοιους διαλόγους στο σεναριακό χαρτί; Τα όρια της γλώσσας, το τι μπορεί να ειπωθεί μάς εγκλωβίζουν και πάλι. Η ζωή ξεπερνάει κάθε τέχνη.


Είναι στο χέρι μας να κινηματογραφούμε τα ανείπωτα, τα απερίγραπτα. Να κάνουμε ταινίες που αποδεικνύονται άστρα που φωτίζουν το σκότος, να κάνουμε ταινίες ειλικρινείς και αυθεντικές, που εξερευνούν τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής - ακόμα και αυτήν την αβάσταχτη άβυσσο της τρέλας. Το αν ο κόσμος αυτός που θα φωτίσουν εκείνα τα άστρα είναι γόνιμος κήπος ή στεγνή έρημος είναι ένα ερώτημα που μένει να απαντηθεί. Εμείς στεκόμαστε στη δυνατότητα του ανθρώπου και του ίδιου του κινηματογράφου να φωτίζουν τα πάντα γύρω τους. Να δώσουμε οι ίδιοι το νόημα, το ολοδικό μας νόημα, στην ίδια τη λέξη «άνθρωπος» - έστω και αν ο κόσμος αυτός είναι, τελικά, άνυδρος και άγονος. Κάποτε, κάπως, κάτι θα ανθήσει. Και θα ανθήσει, μέχρι που, φυσικά, να μαραζώσει. 

 

Cinematek T. 12