Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

συνωνυμα λαπιντ

Κριτική: Συνώνυμα, του Ναντάβ Λαπίντ

Της Ασπασίας Λυκουργιώτη 

 

Ο Γιοάβ (Τομ Μερσιέ) φτάνοντας στο Παρίσι από το Ισραήλ χάνει πραγματικά όσο και συμβολικά όλα του τα υπάρχοντα, δεν θέλει να κουβαλάει τίποτα μαζί του πια από αυτήν την «προορισμένη για τον λαό του θεού» χώρα. Μένει όμως ένα νεανικό, καλλίγραμμο σώμα και ένα κεφάλι «γεμάτο χρυσάφι». Το πρώτο, δηλαδή το σώμα, θα το βρουν παγωμένο μέσα στην μπανιέρα, ο Εμίλ με την  Καμίλ -το ζευγάρι του πάνω ορόφου- να θυμίζει, όχι τυχαία, τον νεκρό επαναστάτη της Γαλλικής Επανάστασης Μαρά (στο γνωστό πίνακα του David, 1793). Θα το ντύσουν με ακριβά υφάσματα και ένα κίτρινο παλτό -από αυτά που δεν τολμάει εύκολα κανείς να φορέσει και μένουν στη ντουλάπα αχρησιμοποίητα σαν τα επαναστατικά μας αισθήματα- και έπειτα θα το αφήσουν να περιφέρεται στους δρόμους του Παρισιού, να παίζει στους αντικατοπτρισμούς του ποταμού που σαν αέναο φιλμ διασχίζει την πόλη. 


Για να τους ευχαριστήσει ο Γιοάβ θα τους χαρίσει τις ιστορίες του, τους λαμπερούς προβληματισμούς «του κεφαλιού του». Αυτές οι ιστορίες ενοχλούν συχνά την Καμίλ, που δυσκολεύεται να τις πιστέψει, αλλά συγκινούν ιδιαίτερα τον Εμίλ. Ο τελευταίος, ως γιoς εργοστασιάρχη και επίδοξος συγγραφέας, έχει τον χρόνο όσο και την οικονομική και διανοητική άνεση να συνδιαλλαγεί με το επαναστατικό ταπεραμέντο του Γιοάβ και να ακούσει δημιουργικά όλες τις επιτηδευμένες παραφράσεις του, που υπερβαίνουν συχνά τα πραγματικά γεγονότα για να μεταφέρουν άμεσα την υποκειμενική-συναισθηματική ερμηνεία τους.


Έτσι οι δύο τους θα περιφερθούν στο Παρίσι σαν ήρωες της Νουβέλ Βαγκ, παίζοντας αποδομητικά με τις λέξεις και αναζητώντας, μέσα και πέρα από αυτές, τα σημαινόμενα της διαφορετικής εθνικής τους ταυτότητας. Το εθνικιστικό και θρησκευτικό όραμα του ισραηλινού στρατιωτικού κράτους από τη μία, με την προδιαγεγραμμένη, σφραγισμένη μοίρα του και τα ηρωικά του φαντάσματα, που προσπαθεί να αποτάξει από πάνω του ο Γιοάβ, και το Παρίσι από την άλλη, που «ανήκει» στον Εμίλ, όπως άλλοτε στον Ριβέτ.  Η Πόλη του Φωτός, του ορθολογισμού, του διαφωτισμού, της ανεξιθρησκίας, αλλά και της παράλογης πολιτισμικής κυριαρχίας, της αποικιοκρατίας, του σκληρού ταξικού διαχωρισμού, του αδιάβλητου καπιταλισμού και του αναπόφευκτου, εν τέλει, ρατσισμού. 


Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Γιοάβ κυκλοφορεί στο Παρίσι με το κίτρινο παλτό του, ανοίγει αντικανονικά τις πόρτες στους φτωχούς και μένει συχνά και ο ίδιος πίσω από κλεισμένες πόρτες να φωνάζει στη Γαλλία πως τον χρειάζεται, πως ήρθε να τη σώσει όπως τον έσωσε πρώτα αυτή. Θέλει να παλέψει ξανά για τα  προτάγματα της Γαλλικής Επανάστασης, της Κομμούνας του Παρισιού, του Μάη, να χρωματίσει υποδόρια τα νερά του ποταμού -που όλα τα ξεπλένει- με το δικό του ηρωικό αίμα.  Θυμίζει, όταν εργάζεται ως μοντέλο, τον Ζαν Πιέρ Λεό στον «Πορνογράφο» του Μπερτράν Μπονελό καθώς αντιλαμβάνεται τον αισθητικό εκφυλισμό των προταγμάτων του Μάη και φωνάζει στους μουσικούς της τοπικής κλασσικής ορχήστρας πως θα έπρεπε να μπορούν να παλέψουν για τη μουσική τους και στον Εμίλ για τις λέξεις του. 


Ο Εμίλ συγκινημένος δηλώνει πως θα δεχόταν να πεθάνει μαζί του, «με μια χειροβομβίδα ανάμεσα στα στήθη τους», όπως συμβαίνει σε μια από τις αφηγήσεις του Γιοάβ για τον τρομοκράτη παππού του. Αλλά η Καρολίν θα αποτρέψει τον Εμίλ από έναν τέτοιο ηρωισμό, καθώς, αφού αντιληφθεί την ερωτική έλξη που εκείνος νιώθει για τον Γιοάβ, θα αποφασίσει να δράσει άμεσα για να διασώσει τόσο τη σχέση της όσο και τα οικονομικά προνόμια που αυτή συνεπάγεται. Δεν θα μπορούσε άλλωστε ο σκηνοθέτης αυτού του δεξιοτεχνικά γραμμένου φιλμ (Ναντάβ Λαπίντ) να μην αποδώσει άλλον έναν, κριτικό, φόρο τιμής στη Νουβέλ Βαγκ και το Μάη, μετατρέποντας το προσωπικό σε πολιτικό και αντίστροφα. 

 

 

………

……..
Ω! Ω! Ω! Το Παρίσι!
Οι χαριτωμένες δεσποινίδες 
οι καλόγουστες κυρίες 
όλες αυτές οι θεσπέσιες υπάρξεις 
μπορέσανε – ω, σταματήσανε όλες 
στον ίδιο ακριβώς χρόνο.
Τι ευγενικό!
Τα δάκρυα της βροχής
δεν σβήσανε τις άψογα, προσεκτικά 
βαμμένες βλεφαρίδες
από την εποχή –αν θυμάμαι καλά– 
της δολοφονίας του Μαρά.
Τώρα δεν μπορώ να με καταλάβω
τι χρειάζεται η λέξη «δολοφονία»
σ’ ένα θαυμαστικό ύμνο 
που θέλω να γράψω σαν μαθήτρια 
προς το λαμπρό Παρίσι.

Στο μετρό καθιστοί και όρθιοι 
δεν έδειχναν τίποτα.
Ούτε αν είχαν κάτι στο νου
ή τι έκαναν το χθεσινό πτώμα 
της νύχτας. 
Η πόλη των μουσείων και των τεχνών
έδινε τις λύσεις της εύκολα. Μουσική. 
Ζωγραφική. Γλυπτική. Ποίηση. 
Και ο έρωτας.
Σωσίβιο για τις μειονότητες
σκέφτηκε, πώς φτάσανε κολυμπώντας
έως τον Σηκουάνα 
για να χωθούν, στην καλύτερη περίπτωση 
σε κιλοτάκια της Σανέλ-

Δεν λέω τίποτα.
Είναι για όλους γνωστά.
Μιλάω για το θέμα προσφοράς–ζήτησης.
Δεν έχω τίποτα πια με τους νταβατζήδες.
Έχω με τις πουτάνες.
Χωρίς τις δεύτερες δεν έχουνε λόγω ύπαρξης 
οι πρώτοι. Όλων των ειδών λέω.

Τα ποταμόπλοια με βροχή σταθερά πάνω στο νερό. 
Προχωρούσαν. Και οι οδηγοί τους με τη σειρήνα  σφύριζαν
…ήμουνα όμορφη
τρελή και μεθυσμένη…
Αλήθεια, παιδιά, ευγενικές δεσποινίδες του Μπαχ
αριστοκρατικές κυρίες 
τυχοδιώκτες-
Ε, κύριοι
ρίξατε μια ματιά εκεί πίσω από το φράχτη 
στον κήπο
μήπως άρχισε να ανθίζει το πτώμα;   

Κατερίνα Γώγου 


J 'écoute le bruit de la ville    Ακούω τους ήχους της πόλης 
Et prisonnier sans horizon   Και φυλακισμένος χωρίς ορίζοντες 
Je ne vois rien qu'un ciel hostile.   Δεν βλέπω τίποτα παρά τον εχθρικό ουρανό  
Et les murs nus de ma prison.    Και τους γυμνούς τοίχους της φυλακής μου
Nous sommes seuls dans ma cellule.  Είμαστε μόνοι στο κελί μας 
Belle clarté Chère raison  Εξ αιτίας ενός ωραίου φωτός 

Guillaume Apollinaire (1880-1918)