Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

Κριτική: Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Κριτική: Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς, του Γιάννη Οικονομίδη

Της Ασπασίας Λυκουργιώτη 

 

Εκεί όπου οι μπλε νότες συναντούν τα κατεβάσματα ενός ανατολίτικου κιουρντί, εκεί όπου η στόουνερ ροκ αντιπαρατίθεται στην καψούρα ενός σκυλοτράγουδου, κάπου εκεί η λιακάδα ενός καθαρού μυαλού εντοπίζει την αβάσταχτη κωμωδία της ζωής μας. Ο Γιάννη Οικονομίδης γράφει και σκηνοθετεί ακόμα μία πεντακάθαρη ροκ μπαλάντα, την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς», που με χιουμοριστική διάθεση αναφέρεται σε έναν «σκύλο» και έναν «σκυλά».

Ο Ηρακλής Σκυλογιάννης, ο επονομαζόμενος «σκύλος», πίνει, ακούει αστρολογικές προβλέψεις και «πυροβολεί» τους υπαλλήλους του γιατί πονάει! Η Όλγα τον εγκατέλειψε για τον Μάνο τον Ζαφειρόπουλο, που φέρνει λίγο στον Νίκο Μακρόπουλο και είχε κάνει άλλοτε μεγάλη επιτυχία στα λαϊκά πάλκα. Ο ίδιος ο Ηρακλής προτιμάει τον Νότη Σφακιανάκη και η μάνα του -που ο σκηνοθέτης ήθελε αρχικά να την κάνει να θυμίζει την Κατερίνα Στανίση- δεν αντέχει να τον βλέπει έτσι. Ούτε βεβαίως και η έτερη μάνα των δύο αντίζηλων -η μάνα του Μάνου- αντέχει να βλέπει τον δικό της γιο να υποφέρει. Και αφού «σιχτιρίσει» κι αυτή, καθώς του δίνει το «ταπεράκι», τα περίχωρα μιας πεδιάδας στη Στερεά Ελλάδα θα μετατραπούν σε Φαρ Ουέστ. Μα ποιος θα εξαφανίσει ποιον από τον χάρτη; Ποιος θα πάρει πίσω το κορίτσι και τη βαλίτσα με τα λεφτά που πήρε μαζί της φεύγοντας; Εκείνη, απλά και όμορφα, θα αποκοιμηθεί και, όταν ξυπνήσει, οι σφαίρες που πέρασαν πάνω από κεφάλι της δεν θα έχουν αφήσει ίχνη.

Σε αντίθεση με το πιο απαισιόδοξο τέλος, που, και για λόγους πολιτικής συνειδητοποίησης του θεατή, ο Οικονομίδης δίνει σε προηγούμενές του ταινίες -όπου κερδίζουν οι μαφιόζοι-φασίστες και οι νεόπλουτοι πονηροί μικροαστοί κλέφτες, που πάτησαν επί οικογενειακών και λοιπών πτωμάτων για να αναδυθούν-, σε αυτήν την πιο απενοχοποιητική-κωμική του ταινία, το τέλος -χάριν απολαύσεως- είναι ονειρικά λυτρωτικό και αισιόδοξο. Καμιά φορά, τα όνειρά μας γίνονται και πραγματικότητα, μοιάζει να μας λέει, αν ταυτιστούμε με το πρόσωπο που μας μοιάζει πραγματικά στην ταινία και αδράξουμε βεβαίως και την ευκαιρία... Παραμένει, ασφαλώς, κοινή σε όλες τις ταινίες του σκηνοθέτη μια έμμεση (στη συνείδηση του θεατή) ή μια άμεση (εντός σεναρίου) απόδοση δικαιοσύνης, καθώς και το αίσθημα ότι δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα τυχαία. Τα πάντα είναι μελετημένα μέχρι και την τελευταία τους λεπτομέρεια και συμβαίνουν κάθε φορά για να εξυπηρετήσουν κάποιον καθαρό νοηματικό στόχο, που ο σκηνοθέτης δεν υπογραμμίζει, αλλά μας επιτρέπει να ανακαλύψουμε.

Στην ίδια διακριτική κατεύθυνση κινείται και η διαμόρφωση των χαρακτήρων, που γίνεται με περισσή ψυχαναλυτική οξυδέρκεια. Όλοι οι ρόλοι έχουν οργανωμένη προϊστορία, που, αν και δεν μαθαίνουμε πολλά γι’ αυτήν στην ταινία, περιφέρεται στην ατμόσφαιρα, δίνοντας στα κάδρα της ένα αληθινό βάθος. Αυτή η αίσθηση ενισχύεται ακόμα από μια εσωτερική, εντός του κινηματογραφικού σύμπαντος του σκηνοθέτη, αυτοαναφορικότητα στη χρήση των ηθοποιών, που θυμίζει λίγο τους Βόγκλερ του Μπέργκμαν. Ο Βαγγέλης Μουρίκης, για παράδειγμα, υποδύεται και σε αυτήν την ταινία έναν ευαίσθητο φονιά, στην πιο κωμική του βεβαίως εκδοχή, και ο Στάθης Σταμουλακάτος τον Γλάρο, έναν και πάλι πονηρό μικροαστό, συνομιλώντας διακειμενικά με τους ρόλους που υποδύονται αντίστοιχα οι ίδιοι στο «Μικρό Ψάρι» και στον «Μαχαιροβγάλτη».

Η μεγάλη χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών και η επιλογή όλων των ηθοποιών με φυσιογνωστικά κριτήρια κάνουν την ανθρωποκεντρική φωτογραφία της ταινίας τρομερά εικαστική, από τη μια, και την υποκριτική της μοντέρνα και κινηματογραφική, από την άλλη. Ο σκηνοθέτης ενδιαφέρεται να μιλήσει για το αληθινό σύμπαν του ανθρώπου-ηθοποιού, την υπαρξιακή του τοποθέτηση, μέσα και πέρα από την εικόνα του. Χρησιμοποιεί ακόμα και τους επαγγελματίες πρώτιστα γι’ αυτό που είναι και δευτερευόντως γι’ αυτό που μπορούν να κάνουν, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η ταινία υστερεί υποκριτικά, με παραδοσιακούς όρους. Το έχει πάρει, άλλωστε, πάνω του εκ προοιμίου, έχοντας μια καθαρή υποκριτική μέθοδο, που δημιουργεί το απαραίτητο ασφαλές, αλλά και απελευθερωτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργούν τόσο οι επαγγελματίες όσο και οι ερασιτέχνες ηθοποιοί και φτάνοντας σε εξαιρετικά υποκριτικά επιτεύγματα και σε αυτήν την ταινία. Τόσο ο Βασίλης Μπισμπίκης, ο Στάθης Σταμουλακάτος, η Βασιλική Καλλιμάνη, για χιλιοστή φορά ο Βαγγέλης Μουρίκης, αλλά και τόσοι άλλοι ερασιτέχνες μένουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αξέχαστοι στον θεατή. 

Κλείνοντας, αξίζει να σημειώσουμε πως οι αναπαραστάσεις του Οικονομίδη, παρά τη φαινομενική τους σκληρότητα, δείχνουν περισσή τρυφερότητα απέναντι στην ανθρώπινη αδυναμία και την ανθρώπινη «ασχήμια», που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Όλα τα πλάνα μυρίζουν μια αβάσταχτα τρυφερή ανθρωπίλα, καθώς κατασκευάζει ποιητικά μέσα από τα σκουπίδια, θυμίζοντάς μας κάπου τις προθέσεις αλλά και τους τρόπους του Άκι Καουρισμάκι. Όπως και ο Φινλανδός σκηνοθέτης, ο Οικονομίδης δεν φοβάται να συναναστραφεί με τα ελαττώματα των ανθρώπων, να τα καταδείξει, από τη μία, και αναπαριστώντας τα να τα εξορκίσει, από την άλλη. Άλλωστε, η παραδοχή της άσχημης πλευράς μιας κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που η τέχνη μπορεί να της προσφέρει, αν θεωρήσουμε πως δεν μπορεί να υπάρξει καμιά εξέλιξη χωρίς αυτογνωσία, απενοχοποίηση και αγάπη.

----------------------

Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης 

Σενάριο: Γιάννης Οικονομίδης, Χάρης Λαγκούσης, Δημοσθένης Παπαμάρκος

Ηθοποιοί: Βασίλης Μπισμπίκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τσορτέκης, Στάθης Σταμουλακάτος, Βαγγέλης Μουρίκης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Λένα Κιτσοπούλου Φωτογραφία: Δημήτρης Κατσαΐτης 

Μοντάζ: Γιάννης Χαλκιαδάκης 

Μουσική: Jean-Michel Bernard 

Παραγωγή: Αργοναύτες Α.Ε., Faliro House Διανομή: Αργοναύτες Α.Ε.

 

Cinematek T. 12