Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, κριτική +προβολές στην πόλη

Αγέλη Προβάτων

Κριτική: Αγέλη Προβάτων, του Δημήτρη Κανελλόπουλου

Του Πάνου Τσιτσανούδη

Μπορεί, τελικά, όλα αυτά μαζί με τα οποία έχουμε μάθει να ζούμε να είναι μια δολοφονική μηχανή, συνεχώς έτοιμη να ξεκινήσει τη λειτουργία της; Η οικειότητα και η αγάπη, η φροντίδα και η εγγύτητα, η οικογένεια και η ασφάλεια, το σπίτι σου και το σπίτι μου, ο τόπος όπου μεγαλώσαμε: πώς όλα αυτά κρατιούνται και ζουν και επιβιώνουν μέσα από ένα συνεχές βίας και κακοποίησης; Τι ζει μαζί με εμάς; Τι ζει  μέσα από εμάς; Τι επιβιώνει ανάμεσα στις σκιές της συλλογικής μας ιστορίας;

Οι άντρες της γειτονιάς, οι άντρες της οικογένειας, οι άντρες της χώρας. Τι περιμένουν όταν κάθονται στα καφενεία; Τι περιμένουν να συμβεί; Ξεχασμένοι, αδικημένοι, θύματα κάποιων κακών άλλων. Τι θα τους ένωνε όλους τους ξανά; Τι θα τους έκανε να σηκωθούν από τα καφενεία, να αναλάβουν δράση, να πουν όλοι μαζί «Πάμε!». «Από τον λαό για τον λαό». Μια δίκαιη αντίσταση απέναντι σε όσους θέλουν να μπουν μέσα στο σπίτι τους και να τους «πατήσουν».

Αυτοί οι άντρες. Οι δικοί μας άντρες, οικείοι και γνώριμοι, αναμενόμενοι και επαναληπτικοί, συγγενείς μας και φίλοι, τραυματισμένοι και σιωπηλοί, τσιτωμένοι και βίαιοι, συγκαλυμμένοι και απροκάλυπτοι. Μοιάζει να μην καταλαβαίνουν γιατί σηκώθηκαν μόλις από την καρέκλα του καφενείου και τώρα κρατάνε μια καραμπίνα στο χέρι τους. Τι μεσολάβησε και τώρα τρέχουν όλοι μαζί για να σκοτώσουν τον εχθρό τους; Τρέχουν και τον κυνηγάνε. Κρατάνε παλούκια και όπλα, μα πάνω απ’ όλα έχουν «ο ένας τον άλλον». Τώρα δεν είναι πια μόνοι τους. Είναι πολλοί και είναι μαζί και μπορούν να το πάνε έως το τέλος.

Μάθηση μέσω της επανάληψης. Ένα ιστορικά συγκεκριμένο σενάριο, προορισμένο να επαναλαμβάνεται σαν μοίρα ή κατάρα (Soler, 2015). Ο φόνος δεν αποτελεί μια εκτροπή της «κανονικότητας». Αντίθετα, η ίδια η σκηνή της ζωής, στην οποία συμμετέχουμε, βρίσκεται πάντα ένα-βήμα-πριν-τον-φόνο. Ο τρόπος με τον οποίο δομείται συνολικά η σκηνοθεσία μας, από το καφενείο μέχρι το μπαρ και από την καταπράσινη ελληνική φύση μέχρι το σκοτεινό σαλόνι του σπιτιού μας, κατασκευάζει ενεργά όλες τις προϋποθέσεις. Αυτό για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, λοιπόν, δεν είναι μια ξαφνική στιγμή που κάτι εκτράπηκε. Είναι η τροχιά η ίδια. Το όχημα και οι επιβάτες του. Ο τελικός προορισμός τους. Μια ιστορία «η οποία λειτουργεί αποκρύπτοντας τα ίδια της τα ίχνη» (Αhmed, 2004: 119). Μια ιστορία της βίας, που είναι καταστατικά ενταγμένη μέσα στον ευρύτερο πολιτικό ορίζοντα που μας ορίζει.

Έτσι και ο Θανάσης και ο Μάκης και ο Στέλιος και ο θείος σου και ο αδερφός σου βρίσκονται υπό την επίδραση ενός πολιτισμού ο οποίος συνεχώς ολοκληρώνεται μέσα από την δολοφονία του Άλλου. Ενός πολιτισμού, ο οποίος εξαρχής δομείται μέσα από την καταναγκαστική επανάληψη της ιδιοκτησίας, της οικογένειας και του εθνικού κράτους. Κάποια στιγμή, η «απάνθρωπη αισιοδοξία» (Berlant, 2007), που διατρέχει την προσκόλληση σε μια τέτοια υπόθεση ζωής, φτάνει σε ένα σημείο όπου «μπορείς να κάνεις τα πάντα». Η σύνδεση στην εθνική/αντρική συλλογικότητα έρχεται ως «φυσική» ανάπτυξη μιας πολιτικής κατάθλιψης (Berlant, 2007: 35). Αποτέλεσμα ενός φόβου απώλειας της ίδιας της σκηνής ζωής, που το έθνος-κράτος έθεσε σε λειτουργία.

Έτσι, έρχεται και ανανεώνει την πεισματική προσκόλληση, μέσα από μια υπόσχεση για ένα «καλύτερο» μέλλον. Αυτό δεν μας ενώνει τελικά; Αυτές οι δυνάμεις της υπόσχεσης, αυτό το είδος κολλητικής μετάδοσης (που συρράπτει τα σώματα το ένα δίπλα στο άλλο και φτιάχνει μια εθνική πολεμική μηχανή). Αυτό που κατέστη ιστορικά δυνατό μόνο μέσα από την εδραίωση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, μέσα στο οποίο η ετεροκανονική οικογένεια και η τίμια αντρική επιχείρηση γίνονται οι αξίες που συγκρατούν και κινητοποιούν τους παλμούς της ζωής. Αυτό που κατασκεύασε το «σπίτι», όπως το ξέρουμε. Αυτό που μας σέρνει με τη βία ενώπιον του Οιδίποδα (Deleuze & Guattari, 2016: 82). Αυτό που κατασκεύασε το όριο που δεν πρέπει να παραβιαστεί.

Έρχεται όμως μια στιγμή που ένα υπόλειμμα, μια ξεχασμένη ανάμνηση, μια μυρωδιά, μια παρεξήγηση ή μια επίγνωση επιβιώνει της οριοθέτησης και αναδύεται άξαφνα -ξανά- στο κέντρο. Προσπερνά κάθε ερώτημα. Προσπερνά κάθε απάντηση. Έρχεται μη αναπραστατικά, χωρίς να σημαίνει τίποτα. Έρχεται απλά κατά πάνω σου με όλη τη δύναμη της. Αποκαλύπτει, μέσα από την έντασή της, τη σαθρότητα του ίδιου του ορίου. Σπάει τον κώδικα.

Η στιγμή που «περνάς τη γραμμή, αλλά παραμένεις εκεί που είσαι και κάνεις τις ροές να κυλήσουν, χωρίς να ξέρεις αν θα σε πάνε αλλού ή αν θα στραφούν κατά πάνω σου» (Deleuze & Guattari, 2016: 155). Η στιγμή αυτή που τα πράγματα παραμένουν πάντα ένα μόνο βήμα μακριά - από το σενάριο, όπου ο αναπτήρας δουλεύει και η βενζίνη είναι αρκετή και κάτι άλλο μπορεί να συμβεί. Η στιγμή που τα χέρια σου ιδρώνουν και θες να ξεράσεις από την ένταση που συγκεντρώνεται στο στομάχι σου.

Η εμμενής δυνατότητα της αλλαγής. Η αναπάντεχη αλλοίωση στην κανονιστική επανάληψη.

 

Και τι θα γίνουμε μετά; «Κάρβουνο, στάχτη, αέρας, τι»1;


Ο εμπρηστής φεύγει σκυφτός.2

 


1Η φράση ανήκει στον Θανάση της ταινίας, όταν ο Σωτήρης απειλεί να βάλει φωτιά στις εγκαταστάσεις του - και στον ίδιο. Η κεντρική θέση της φράσης για αυτό το κείμενο είναι αφιερωμένη στην απόφαση του Σωτήρη να ανάψει τον αναπτήρα και στο φάσμα πιθανοτήτων που ανοίχτηκε για μια στιγμή εκεί.
2Εδώ ακούγεται από πίσω το τραγούδι «Ελάχιστος εαυτός» από τον ομώνυμο δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου (2015). Στους στίχους του Θανάση: «τον εμπρηστή τον αναγνώρισε, τι κι αν έφυγε σκυφτός, τα λαθάκια του τα έκανε κι αυτός».


Ahmed, S. (2004). Affective economies. Social text, 22(2), 117-139.
Berlant, L. (2007). Cruel optimism: On Marx, loss and the senses. New Formations, (63), 33.
Deleuze, G., Guattari, F. (2016). Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια: Ο αντι-Οιδίπους. (μτφ.) Βασίλης Πατσογιάννης. Αθήνα: Πλέθρον
Soler, C. (2015). Η κατάρα του φύλου (μτφ.) Καλλιόπη Κουκουλάκη, (επιμ.) Βασίλης Πατσογιάννης. Αθήνα: Πλέθρον