Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

Κι ο θάνατος δε θα’ χει πια εξουσία

Κι ο θάνατος δε θα’ χει πια εξουσία… (Ντύλαν Τόμας)

Της Ασπασίας Λυκουργιώτη

 

 «Η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε, αλλά μας βοηθάνε να πεθάνουμε» είπε κάποια στιγμή ο Νίκος Εγγονόπουλος αποκαθηλώνοντας την λαθεμένη πεποίθηση που θέλει τις καλλιτεχνικές φαντασιώσεις να κάνουν πιο εύκολη τη ζωή μας και ανοίγοντας δύο μεγάλα θέματα, την ψυχαναλυτική – θεραπευτική δύναμη της τέχνης από τη μία και το ζήτημα της στάσης του ανθρώπου απέναντι στον θάνατο, από την άλλη.  


Σε ότι αφορά τον τρόπο με τον οποίο η κινηματογραφική ποίηση «μας βοηθάει να πεθάνουμε», θα μπορούσαμε αρχικά να μιλήσουμε γι’ αυτό το είδος της αυτοεπίγνωσης και της ωριμότητας που δύναται να αποκτήσει κανείς, αν επιτρέπει στον εαυτό του την επαναλαμβανόμενη έκθεση σε αληθινά έργα τέχνης, που καθρεφτίζουν ψυχαναλυτικά τους φόβους και τις και τις επιθυμίες του, όπως ακόμα και την έκθεση σε έργα που μιλούν για το τέλος αυτό καθ’ αυτό και δείχνουν τις διαφορετικές στάσεις που μπορεί να κρατήσει κανείς απέναντί του. Ο θάνατος μοιάζουν να λένε αυτές οι τελευταίες ταινίες, είναι μέρος της ίδιας της ζωής μας και με αυτήν την έννοια ο τρόπος με τον οποίο θα τον αντιμετωπίσουμε δείχνει την διαφορετική της ποιότητα: «Μια αξιοπρεπείς ζωή σφραγίζεται τη στιγμή του θανάτου της» ή αλλιώς «Μια αξιοπρεπείς ζωή νικάει το θάνατο» όπως ποιητικά μοιάζει παραδείγματος χάριν να λέει κι ο Καρλ Ντράγιερ στην ταινία του «Το Θαύμα». 


Υπάρχει μια τεράστια παρακαταθήκη κινηματογραφικών ταινιών που μιλούν για το τέλος. Το πολιτικό (1984), το υπαρξιακό – ερωτικό (Σημασία έχει ν’ αγαπάς, Απολλιναίρ, Δαμάζοντας τα κύματα) ή απλά βιολογικό τέλος (Η επέλαση των βαρβάρων, Άγριες φράουλες). Για το τέλος του ανθρώπου αποκομμένο ή συνδεδεμένο ακόμα με το τέλος του κόσμου (Μελαγχολία, Last night), το τέλος του πολιτισμού και ευρύτερα ακόμα ολόκληρου του φυσικού κόσμου (Blade Runner, Mad Max, Zero years). Ο λόγος είναι ότι η διαχείριση του θανάτου είναι ένα μείζον ζήτημα με πολιτικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις που δεν γίνεται να μην απασχολήσει όλους τους σημαντικούς σκηνοθέτες της έβδομης τέχνης και να μην τους κάνει να θέλουν να τοποθετηθούν πάνω σ’ αυτό. 


Οι απαντήσεις βεβαίως που δίνουν δεν είναι πάντοτε οι ίδιες. Ο καθένας από μας θα μπορούσε να αναφέρει άλλα κινηματογραφικά παραδείγματα,  ανάλογα και με τη δική του υπαρξιακή τοποθέτηση απέναντι στο θάνατο, που του έχουν χαραχθεί στο νου. Σε άλλους μπορεί να έρθουν στο νου ταινίες επιβίωσης όπου ο ήρωας μάχεται μέχρι τελευταία στιγμή για να παραμείνει ζωντανός (Αrctic, All Is lost, Gravity),  σε άλλους ιστορίες αυτοθυσίας όπου κάποιος πεθαίνει για να σωθεί κάποιος άλλος, ή να σωθεί ακόμα η ίδια η ιδέα της φιλίας ή του έρωτα (Τιτανικός, Έβδομη Σφραγίδα, Θυσία), σε άλλους πιο εσωτερικές ταινίες που ανάγουν την ερωτική απογοήτευση σε πνευματικό θάνατο -και έτσι ο φυσικός θάνατος δεν έχει πια καμία σημασία – (Πέρα από την Αφρική, Κρυστάλλινες Νύχτες) και σε άλλους ταινίες που χρησιμοποιούν το θάνατο για να ασκήσουν κριτική στην υπάρχουσα ανθρώπινη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, που λένε με τον τρόπο τους ότι η ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια είναι πιο σημαντικές από τη ζωή ή ότι αν αυτές εκλείπουν η ζωή δεν έχει πια καμία σημασία (Βασιλιάς, Αγάπη). 


Σε όλες όμως αυτές τις κινηματογραφικές περιπτώσεις, και ασχέτως με το πια απάντηση αγγίζει περισσότερο τον κάθε σκηνοθέτη και τον καθένα από εμάς, υπάρχει συνήθως μια συνειδητή – καθαρή, όσο και υποδόρια ψύχραιμη, προσωπική τοποθέτηση του υποκειμένου απέναντι στο θάνατο. Αυτή η τοποθέτηση διαφέρει από άτομο σε άτομο και ως εκ τούτου δεν γίνεται να είναι κεντρικά και κοινωνικά επιβεβλημένη και πόσο μάλλον να φέρει το χαρακτήρα ενός μιντιακού πανικού...


Αυτοί που πέρασαν
με ολόισια μάτια, 
στου θανάτου το άλλο βασίλειο
μας θυμούνται 
- αν καθόλου μας θυμούνται -
[σαν χαμένους πολιτισμούς…]

 T.S. Eliot

 

Cinematek T. 13