Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Μηνιαίο Περιοδικό για τον Κινηματογράφο

θελημα θεου φρανσουα οζον

Για τις ζέμπρες που προστατεύουν την Ευρώπη: Με αφορμή την τελευταία ταινία του Φρανσουά Οζόν

Της Ασπασίας Λυκουργιώτη 


 «Οι ζέμπρες είναι πολύ έξυπνες για να προσαρμοστούν» και ο Εμανουέλ, τον οποίο υποδύεται εξαιρετικά ο Swann Arrau στο «Με τη Χάρη του Θεού» του François Ozon έχει διαγνωστεί ως ζέμπρα. Έχει δείκτη ΙQ πάνω από 140, είναι ο πιο εσωστρεφής και ο πιο «αποτυχημένος» από τα θύματα του παιδόφιλου ιερέα, την αληθινή ιστορία γύρω από τον οποίο πραγματεύεται η εν λόγω ταινία . Δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια αγαπημένη οικογένεια και να αποκτήσει χρήματα, σε αντίθεση με τα άλλα δύο αξιόλογα θύματα-πρωταγωνιστές της ταινίας: τον «καθολικό» Αλεξάντερ και τον «συνδικαλιστή» Φρανσουά. Στο τελευταίο πλάνο της ταινίας, μη όντας φυσικά τακτοποιημένος και όντας πάλι ασυμβίβαστα στον αέρα, ο Εμανουέλ χαζεύει μια εντυπωσιακή και επιβλητικά φωτισμένη εκκλησία που βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Ή, αλλιώς, σαν άλλος Άμλετ, ατενίζει με αγωνία το σάπιο βασίλειο∙ κι ενώ η Ευρώπη επιτίθεται στους ισλαμιστές και στον Ερντογάν, που απαγόρευσε τον Σαίξπηρ στην Τουρκία, η ίδια η Καθολική Εκκλησία της Γαλλίας, με δικαστικό αγώνα, προσπαθεί να μπλοκάρει την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες.

Πέρα, όμως, από την άρνηση αποδοχής οποιασδήποτε εξωτερικής κριτικής, από αυτόν που ασκεί ιστορικά στην Ευρώπη την κριτική και διεκδικεί παράλογα να κρατάει στα χέρια του το αλάθητο του Θεού ως αλάθητο του ιερέα, τι άλλο μπορεί να είναι αυτό που ουσιαστικά ενόχλησε την Εκκλησία; Άλλωστε, μια μεμονωμένη ιστορία παιδοφιλίας θα μπορούσε να συμβεί και στις καλύτερες οικογένειες, και αυτή η ιστορία -η πραγματική ιστορία πάνω στην οποία στηρίζεται η ταινία- έχει λάβει ήδη πολύ μεγάλη δημοσιότητα για να φοβηθεί κανείς τη δυσφήμηση που μπορεί να δεχθεί απ’ την αναπαράσταση στη μεγάλη οθόνη ενός μεμονωμένου περιστατικού. Αλλά, ακόμα και αν δεχθούμε πως αυτό το περιστατικό διαταραγμένης σεξουαλικότητας δεν είναι μοναδικό, στο πλαίσιο ενός θεσμού που αντιδραστικά κανονικοποιεί ή και ποινικοποιεί για μεγάλο μέρος του κλήρου του την ερωτική πράξη, πάλι το δυσβάσταχτο αγκάθι του Ozon δεν βρίσκεται εκεί.

 «Είχα ενημερώσει την ιεραρχία μου ότι είχα πρόβλημα με τα παιδιά», δηλώνει δεικτικά για τη εκκλησιαστική νοοτροπία του στην αστυνομία ο παιδόφιλος ιερέας, που αναγνωρίζει ως κατάλληλους για να τον κρίνουν μόνο τους εκκλησιαστικά ανωτέρους του. Άλλωστε, πολύ πριν τη δήλωση του ιερέα, ο θεατής γνωρίζει για τα λίγα, αλλά κατατοπιστικά γράμματα που έχουν στείλει στην Εκκλησία συγγενείς και θύματα, με πρόθεση να βοηθήσουν τον θεσμό να λύσει το πρόβλημα εσωτερικά, πιστεύοντας στις χρήσιμες για την κοινωνία παροχές και προθέσεις του και θέλοντας, έτσι, να προστατέψουν και επόμενα πιθανά θύματα. Από τη στιγμή, επομένως, που, χρόνια πριν, η υπόθεση πάει στην αστυνομία, ο Καρδινάλιος και η «ιεραρχία» του ιερέα γνωρίζει τι συμβαίνει, αλλά επιλέγει να μην κάνει τίποτα, το ερώτημα μετατίθεται όχι στο γιατί υπάρχει ένας ή περισσότεροι παιδόφιλοι ιερείς, αλλά στο γιατί η Εκκλησία τούς καλύπτει. Πέρα, πάλι, από τις απλοϊκές και λαθεμένες απαντήσεις που μπορεί να δώσει κανείς περί ομοιότητας -«όλοι ίδιοι είναι»-, αλλά και εσωτερικής αλληλοκάλυψης ή ανασταλτικής ραθυμίας, η φρικτή ουσία που εκχυλίζεται ως συμπέρασμα είναι πως η εν λόγω πρακτική τραυματισμού των νέων πιστών δεν αντίκειται απλώς στην ευρύτερη εκκλησιαστική νοοτροπία, που ούτως η άλλως εγκαθιδρύει την κοινωνική εξουσία της τρομοκρατώντας και τραυματίζοντας με νόμιμους τρόπους τα παιδιά. Μέσω του ψυχικού τραυματισμού τους δομείται μόνιμα μια εξουσιαστική σχέση εξάρτησης μαζί τους, η οποία παραλύει τον κοινωνικό ιστό και τον μετατρέπει σε μια φοβισμένη κοινωνία σιωπηρής συναίνεσης. Κοινωνία, όπως αυτή της ταινίας, που για 30 χρόνια δεν έχει μιλήσει για πάνω από 60 περιστατικά επαναλαμβανόμενης σεξουαλικής παρενόχλησης. Η διδαχή, άλλωστε, της ιεραρχίας και της άκριτης συγχώρεσης του ανώτερου από τον κατώτερο είναι από τον Μεσαίωνα το έργο που έχει αναλάβει και, άρα, γνωρίζει να κάνει καλά, στο πλευρό οποιασδήποτε άλλης κοσμικής εξουσίας, η Εκκλησία. Το αλάθητο του Πάπα, του ιερέα και γενικώς του ανωτέρου ως ιδεολόγημα ενισχύεται πρακτικά από την ατιμωρησία οποιασδήποτε παραβατικής του πράξης και αυτή είναι η δεύτερη απάντηση στο γιατί η Εκκλησία δεν έκανε κάτι, καθώς αυτή η ατιμωρησία λειτουργεί παραδειγματικά για την κοινωνία, που πρέπει να φοβάται, αν όχι αυτήν, σίγουρα την εξουσία της. 

Η κριτική του κοινωνικού και πολιτικού ρόλου της Εκκλησίας δεν είναι καινούρια στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, που ακολουθεί την προοδευτική παράδοση ευρύτερα της ευρωπαϊκής τέχνης και φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Ο Dreyer, ο Buñuel, ο Pasolini, ο Γαβράς, ο Haneke, αλλά και πολλοί ακόμα Ευρωπαίοι κινηματογραφιστές δεν φοβήθηκαν να αποδώσουν στην Εκκλησία τις κοινωνικές, πολιτικές και ιστορικές της ευθύνες. Στη «Λευκή Κορδέλα» («The White Ribbon», 2009) του τελευταίου, μάλιστα, η αυστηρή εκκλησιαστική εκπαίδευση της επαρχιακής Γερμανίας -μέσα στην οποία νουθετήθηκε η χιτλερική νεολαία- φαίνεται να ευθύνεται για τα μετέπειτα σαδιστικά εγκλήματα του ναζισμού∙ και, παρά το ότι ο Haneke δεν απειλήθηκε προσωπικά για αυτή την ταινία -η κατανόηση της οποίας απαιτούσε και μια σινεφιλική ματιά-, πολλοί άλλοι κινηματογραφιστές που άγγιξαν το ζήτημα του φασισμού (όπως ο Matteo Garrone, σκηνοθέτης του «Dogman», 2018, και του «Gomorra», 2008) έφτασαν να φοβούνται για τη ζωή τους. 

Ως εκ τούτου, η ελευθερία του λόγου δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη μέσα σε μια τρομοκρατημένη Ευρώπη από την οικονομική κρίση της τελευταίας δεκαπενταετίας, όπου τα φαντάσματα του ολοκληρωτισμού, τυχοδιωκτικά και στο όνομα μιας φαντασιακής ασφάλειας, βγαίνουν από τα μπαούλα τους διεκδικώντας επικίνδυνα χώρο. Έτσι, η επιλογή της επιτροπής του Φεστιβάλ Βερολίνου να βραβεύσει την ταινία του Ozon, παρά τον δικαστικό αγώνα της Εκκλησίας, ήταν και μια πολιτική πράξη υπέρ της ύπαρξης και της ουσίας του ευρωπαϊκού κινηματογράφου, αλλά και της άλλης όψης του ίδιου του ευρωπαϊκού πολιτισμού της ισότητας και της ελευθερίας.