Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

            Περιοδικό κινηματογράφου

Σινεμά, κριτική & προβολές στην πόλη

ανιμαλ

Animal | κριτική

Σκηνοθεσία: Σοφία Εξάρχου
Σύνοψη:
Κάτω από τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο, μια ομάδα ανιματέρ σε ένα all-inclusive ξενοδοχείο ετοιμάζεται για τη σεζόν. Όμως αυτό το καλοκαίρι δεν μοιάζει με τα προηγούμενα.


 

Της Ασπασίας Λυκουργιώτη


Οι πληγές που μας κάνουν δυστυχισμένους είναι βαθύτερες από την εργασιακή
αλλοτρίωση. Πριν προλάβει, όμως, κανείς να αναμετρηθεί με αυτές τις πληγές (κανείς
δεν τον περιμένει), έρχεται το δώρο της εργασιοθεραπείας και κάθεται πάνω του σαν
χρυσή ταφόπλακα. Απαστράπτουσες διαφημίσεις εργασίας πείθουν καλλιτέχνες,
εκπαιδευτικούς, γιατρούς και λοιπούς εργάτες διαφορετικών αντικειμένων να
εγκαταλείψουν την τραμαυτισμένη ζωή τους και να κρυφτούν μέσα στα άνετα κλουβιά
της ημιμόνιμης εποχιακής εργασίας με πληρωμένο φως, νερό, τηλέφωνο.
Κάτι τέτοιο φαίνεται να συνέβη και στην Κάλλια, που δουλεύει από τα 17 της -σχεδόν 20
χρόνια- σαν χορεύτρια-ανιματέρ σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο στα Μάλια μαζί με
ακροβάτες, πυγμάχους, ταχυδακτυλουργούς και λοιπούς «εποχιακούς»,
διασκεδάζοντας κυρίως υπερήλικες τουρίστες παγωμένων χωρών. Οι τελευταίοι
κλείνουν, με τη σειρά τους, ηλιόλουστα πακέτα φτηνής ποπ και παγκοσμιοποιημένης
εθνικιστικής αρλούμπας. Γυμναστική, πάλη, ταχυδακτυλουργικά, καραόκε και χορευτικά,
τύπου Γιουροβίζιον, υπόσχονται σε ανθρώπους με μηδενικά, προφανώς, ενδιαφέροντα
ότι δεν θα πλήξουν ποτέ.
Αλλά πόσο αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα να διαθέσει ένας διασκεδαστής σε αυτόν τον κιτς
επίγειο παράδεισο μόνιμα μαγειρεμένου φαγητού, αέναου πάρτι και δήθεν «ανέμελου»
έρωτα; «Υπάρχει ζωή πέρα απ’ τον θάνατο;», αναρωτιέται εύλογα η Κάλλια. Όταν ο
χρόνος περνάει και τίποτα δεν «περνάει» σε βάθος, κανένα συναίσθημα δεν
«μεταμορφώνει» και δεν μεταμορφώνεται, όταν ο χρόνος δεν «εγγράφει» βαθύτερα
επουλώνοντως τις πληγές μας, αλλά ανοίγει απλά καινούργιες, και όταν ακόμα το μόνο
που μένει είναι οι άγαρμπες γρατζουνιές του, κρυμμένες κάτω από το κολάν, τότε ο
κλόουν ξέρει πως ο χρόνος που πέρασε ήταν χαμένος και στυγνά αγορασμένος για μια
απελπιστικά κακαίσθητη επιβίωση.
Ευτυχώς (γι’ αυτούς που φεύγουν) ή δυστυχώς (γι’ αυτούς που έρχονται) «ουδείς
αναντικατάστατος», μας λέει πολιτικά η σκηνοθέτης (Σοφία Εξάρχου), που δεν
σταματάει στιγμή να τοποθετεί τη ζωή της Κάλλιας (Δήμητρα Βλαγκοπούλου) μέσα στην
ευρύτερη εικόνα της αφάνειας και της αναλωσιμότητας του σύγχρονου εργάτη. Ακόμα
με μια ιδιαίτερα ποιητική και μοντέρνα κινηματογράφηση, που συνδιάζει το ντοκιμαντέρ
με τη μυθοπλασία, παίρνει πολιτική θέση και μέσα από τη μορφή της ταινίας, όπως
έκανε πάντα ο κινηματογραφικός μοντερνισμός και οι πρωτοπορίες, καταρρίπτοντας
δηλαδή στην πράξη τα όρια των κινηματογραφικών ειδών. Πάμπολλα υποκειμενικά και
ελεύθερα πλάνα, ρεαλιστική υποκριτική (κατά την οποία οι ηθοποιοί χρησιμοποιούν στο
έπακρο τον αληθινό εαυτό τους), αλλά και ευρεία χρήση ερασιτεχνών ηθοποιών και
πραγματικών ανιματέρ μάς υπενθυμίζουν πως η μυθοπλασία μπορεί να είναι πιο
αληθινή από τη ντοκιμαντέρ καταγραφή και πως κάθε ρεαλιστική καταγραφή είναι και
μυθοπλασία.
Βεβαίως, το φανταχτερό, βίντατζ κερασάκι σε αυτήν τη μοντέρνα τούρτα με τις
διαφορετικές στρώσεις (ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας) δεν είναι άλλο από την επιλογή
του είδους της εργασίας που χρησιμοποιείται ως παράδειγμα. Η ζωή των
διασκεδαστών, των ανιματέρ ή των σαλτιμπάγκων δίνει μια διαχρονική και διακειμενική
διάσταση στην ταινία, καθώς τη συνδέει με τον μοντέρνα κλασικό κινηματογράφο, αλλά
και απευθείας με την ίδια την κλασική λογοτεχνία και το θέατρο. Η «Νύχτα Των
Σαλτιμπάγκων» (1953) αλλά και ολόκληρη η φιλμογραφία του Μπέργκμαν, το «Η Αλίκη
στις Πόλεις» (1974) του Βέντερς με την αναφορά του στον Γκαίτε αλλά και η λογοτεχνία
του Μαλό, του Σαίξπηρ και του Μπέκετ, όπως και η ιστορία της τέχνης εν γένει, βρίθουν
από αναφορές στη δύσκολη ζωή των διασκεδαστών.
Γιατί, όμως, να επανερχόμαστε στη ζωή των σαλτιμπάγκων ανά τους αιώνες; Όταν ο
καλλιτέχνης που αναφέρεται στους καλλιτέχνες δεν κάνει ναρκισσιστική τέχνη (όπως
συμβαίνει με την Εξάρχου και τους παραπάνω), τότε αυτή η αναφορά έχει συνήθως μια
τεράστια αξία και σημασία. Ο καλλιτέχνης δεν είναι ένας τυχαίος εργάτης, αλλά αυτός
που κρατάει στα χέρια του την ελπίδα μιας ολόκληρης κοινωνίας για ελευθερία. Ό,τι
ποτέ δεν απελευθερώθηκε, ό,τι δεν κερδήθηκε, ό,τι δεν διασώθηκε έμεινε μέσα στην
τέχνη για να μας θυμίζει πως αυτή η κοινωνία αγωνίστηκε, ονειρεύτηκε και έστω
προσπάθησε, έμεινε σαν την ελπίδα ενός άλλου κόσμου. Συνεπώς, όταν ο καλλιτέχνης
καταπατάται από τις εργασιακές συνθήκες, το συμβολικό πλήγμα είναι πολύ μεγαλύτερο
από το αντικειμενικό πλήγμα, που και από μόνο του, φυσικά, καλό θα ήταν να μας
αρκεί...

//

Cinematek 19