Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο

in collaboration with cineuropa.org

Σινεμά, Κριτική +προβολές στην πόλη

στεφανος ρεγκας

Afterword /// Ο Ελέφαντας Στέκεται

(Σημείωμα για την ταινία «Ένας Ελέφαντας Στέκεται Ακίνητος» του Χου Μπο)

 

Του Στέφανου Ρέγκα 

 

Ο «Ελέφαντας» είναι μια ταινία βαριά, λόγω του θέματός της. Αφορά όλες αυτές τις μορφές που μπορούν να λάβουν τα σκουπίδια: αυτά που ολοένα γεμίζουν τον μικροκακοποιό Γιου Τσενγκ, όπως μονολογεί μπροστά στη μοναδική γυναίκα που βλέπει σαν διέξοδο και η οποία αναπόφευκτα τον απορρίπτει, κατανοώντας πως τα σκουπίδια και των δύο μαζί μπορούν να πνίξουν ολόκληρο το σύμπαν· που κάνουν το σπίτι να βρωμάει αφόρητα μόλις μείνει το παράθυρο ανοιχτό και που αποτελούν την αφορμή για ακόμα έναν βίαιο τσακωμό μεταξύ του υποτονικού μαθητή Γουέι Μπου και των γονιών του· που πλημμυρίζουν το χαντάκι όπου ο συνταξιούχος Γουάνγκ Τζιν, όρθιος ακόμη καταμεσής τόσων ερειπίων, πετάει τον νεκρό του σκύλο -την τελευταία πρόφαση για να γλιτώσει από το γηροκομείο όπου θέλει να τον στείλει η οικογένειά του- τυλιγμένο μέσα σε μια μπλε πλαστική σακούλα· που κατακλύζουν το διαμέρισμα στο οποίο συγκατοικεί η συμμαθήτρια και ερωτικό ενδιαφέρον του Γουέι Μπου Χουάνγκ Λινγκ, με την παραιτημένη σε σχέση με την προέλασή τους αλκοολική μητέρα της. Σε αχανείς σκουπιδότοπους, οι χαρακτήρες ουρλιάζουν στον άνεμο για να εκτονωθούν, συμμετέχοντας σε έναν ακατάπαυστο πόλεμο όλων εναντίον όλων, όπου όπλα είναι κρυμμένα σε κάθε γωνία και κάθε τσέπη, όπου όλα είναι αφόρητα πεπερασμένα, όπου όλοι αυτοί οι άδειοι και παρατημένοι χώροι είναι φτιαγμένοι από θάνατο.

Μέσα σε αυτόν τον σκουπιδόκοσμο, το πρώτο πράγμα που καταγράφεται είναι η απτή αίσθηση της ζωής σε μια από τις βιομηχανουπόλεις του Hebei στον κινεζικό Βορρά (κοντά στο Πεκίνο), μιας πόλης από αυτές που συναντάμε τακτικά σε δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για αυτοκτονίες εργατών και ποιητών, απίθανες εκπομπές ρύπων, νεκροταφεία ποδηλάτων και φαραωνικά οικοδομικά έργα. Τα σκουπίδια είναι η αντεστραμμένη πλευρά της κινεζικής ανάπτυξης και οι πρωταγωνιστές του Χου Μπο το κοχλάζον ασυνείδητο του διογκωμένου Υπερεγώ της κινεζικής κοινωνίας και της κρίσης της. Οι προσωπικές τους ιστορίες διαπλέκονται αξεχώριστα με το πλαίσιο στο οποίο τοποθετούνται, ενώ η μία και μοναδική ημέρα που διαδραματίζεται επί της οθόνης μοιάζει να συμπυκνώνει το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Η αποσύνθεση της οικογένειας, ο ακραίος ατομικισμός, η γενικευμένη παράνοια και η βαρβαρότητα που επελαύνει συνθέτουν το χαμηλό βαρομετρικό εντός του οποίου ξεσπάνε οι υπαρξιακές καταιγίδες του έργου, οι εντάσεις των οποίων βρίσκονται συχνά στο επίπεδο της κλασικής τραγωδίας. Όμως, οι αντιδράσεις των χαρακτήρων είναι ενίοτε απαθείς, σαν να βρίσκονται σε κατάσταση αφασίας. Αντιμετωπίζουν τον θάνατο σαν κάτι το τετριμμένο, περνώντας κάποτε σε βάναυσες και απότομες, μα εύλογες κλιμακώσεις. 

Ο σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να δείξει τίποτε απ’ όλα αυτά· όλα είναι απλώς εκεί, θολά στο φόντο, ως το πεδίο εκτύλιξης των αλλεπάλληλων καταποντισμών. Αυτό το φλουτάρισμα, σημαίνον χαρακτηριστικό του φιλμ, δημιουργεί μια αίσθηση πνιξίματος και απόστασης, που δεν αφήνει ποτέ τον θεατή να ανασάνει βαθιά. Τα τοπία του «Ελέφαντα», τα κτίρια, οι δρόμοι, οι ουρανοί είναι όλα φτιαγμένα από τσιμέντο και κακής ποιότητας ατσάλι, γκρίζα και καφέ. Η φύση απουσιάζει πλήρως, μόνο τρένα κινούνται ασταμάτητα, μεταφέροντας εμπορεύματα και εσωτερικούς μετανάστες. Η κάμερα βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, ακολουθώντας από κοντά, με μακριά μονοπλάνα, τις αδιάκοπες και άσκοπες περιπλανήσεις των χαρακτήρων. Η μουσική εμφανίζεται σποραδικά, ως διακριτικές ατμόσφαιρες γύρω από μια κιθάρα που αντηχεί σαν από μακριά.

Το μόνο μέλλον που αναφέρεται σε αυτή την εκδοχή του τόπου μεταξύ κόλασης και καθαρτηρίου είναι μια ζωή μικροπωλητή στον δρόμο για τους μαθητές τού υπό κατάρρευση σχολείου όπου φοιτούν οι Γουέι Μπου και Χουάνγκ Λινγκ. Όμως, οι τέσσερις κεντρικοί χαρακτήρες, ο καθένας με τον τρόπο του, δεν έχουν ενδώσει πλήρως σε αυτόν τον κόσμο και τις χρονικότητές του, αλλά συνεχίζουν να ακολουθούν τις εσωτερικές τους επιταγές - όποιες κι αν είναι αυτές. Έτσι, στην κεντρική σκηνή της ταινίας, όταν οι Γιου Τσενγκ και Γουέι Μπου συναντιούνται επιτέλους, εκτίθεται μια ορισμένη ηθική στάση, που αμφισβητεί τον διαπεραστικό μηδενισμό μέσα από τη δυνατότητα αλληλεγγύης και συγχώρεσης. Το μέλλον είναι μόνο άρνηση, κανένα μέλλον δεν ξεπηδάει από το παρόν· άρα τι μένει; Μονάχα ουτοπία. Κατά τον Χου Μπο: «Αναρωτιόμουν γιατί ήμουν εκεί, ψάχνοντας πού μπορώ να πάω στις ερημιές, και είμαι πεπεισμένος ότι τα πράγματα είναι κάτι παραπάνω από απογοήτευση με το παρόν». Ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν κατάφερε να ξεπεράσει την απογοήτευση του παρόντος, δίνοντας τέλος στη ζωή του καθώς η ταινία πλησίαζε στην ολοκλήρωσή της - μια τραγωδία εφάμιλλη αυτών που αποτυπώνει.

Η ουτοπία δεν χρειάζεται να είναι εξαντλητική, εξωκοσμική ή, έστω, ευτυχισμένη. Μπορεί να είναι απλώς ένας ελέφαντας που κάθεται ακίνητος, φαινομενικά αδιάφορος για τον κόσμο. «Μου είπε τις προάλλες πως υπάρχει ένας ελέφαντας στο Ματζούλι. Κάθεται εκεί όλη μέρα. Μπορεί κάποιοι να τον τρυπάνε με πιρούνες. Ή μπορεί να του αρέσει να κάθεται εκεί. Δεν ξέρω», μεταφέρει ο Γιου Τσενγκ την αφήγηση του αυτόχειρα φίλου του. Οι ήρωες αναζητούν την έξοδο, τη διαφορά, θέλουν να βρεθούν σε κίνηση, μα ο γέρος Γουάνγκ Τζιν προειδοποιεί: «Μπορείς να πας όπου θες, δεν θα βρεις κάτι διαφορετικό».

Όμως, αρκούν δύο λέξεις του νεαρού Γουέι Μπου για να πάρει κι αυτός την απόφαση του ταξιδιού, όσο ασήμαντο κι αν φαντάζει, όσο κι αν μένει στη μέση. Και κουβαλάει μαζί του το μόνο αμόλυντο πράγμα που περνάει από την κάμερα του Χου Μπο: τη μικρή του εγγονή και τη σχέση τους, στην οποία κανένα σκουπίδι δεν έχει καταφέρει να ριζώσει. 

Ο πόλεμος, η επικοινωνία, η βία και η επιβίωση είναι κίνηση· το εμπόρευμα, η κυκλοφορία και η ελευθερία του είναι κίνηση· η αποσύνθεση είναι αργή κίνηση, καθώς τα πτώματα και τα σκουπίδια στοιβάζονται γρηγορότερα, και γρηγορότερα· ο ελέφαντας στέκεται ακίνητος.

 

Cinematek Τ. 6